Κινηματογραφική Λέσχη Ιτέας: «Ο Μεγάλος Περίπατος της Άλκης» (της Μαργαρίτας Μαντά, 2017), 28 Απριλίου 2017, 21.00, Πολιτιστικό Κέντρο Ιτέας

Κινηματογραφική Λέσχη Ιτέας

Ο Μεγάλος Περίπατος της Άλκης

της Μαργαρίτας Μαντά, 2017

28 Απριλίου 2017, Παρασκευή, 21.00
Πολιτιστικό Κέντρο Ιτέας

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΙΤΕΑΣ
cineitea.blogspot.com

Παρασκευή 28/4/2017 στις 9 μμ

«Ο Μεγάλος Περίπατος της Άλκης» (2017)

 της Μαργαρίτας Μαντά

Στην προβολή θα παραβρεθεί η Μαργαρίτα Μαντά και θα ακολουθήσει συζήτηση.

Το trailer της ταινίας https://vimeo.com/205566380

Ένας κινηματογραφικός περίπατος στην πολυτάραχη ζωή και στο πλούσιο έργο της αγαπημένης συγγραφέως Άλκης Ζέη.

Μια ζωή που κουβαλάει μέσα της ολόκληρη την ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα και ένα συγγραφικό έργο που έχει καταξιωθεί διεθνώς και συνεχίζει να καταξιώνεται, επηρεάζοντας πολλές γενιές ανθρώπων.

Με πλούσιο αρχειακό υλικό που συνοδεύει το λόγο τον δικό της, της αδελφής της, της δυναμικής Ελένης Κόκκου, των αγαπημένων φίλων και συνοδοιπόρων της, του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία και του ποιητή Τίτου Πατρίκιου, η ταινία ταξιδεύει στα παιδικά της χρόνια στη Σάμο, στην κατοχή και την αντίσταση, στη δημιουργία του Κλούβιου στο κουκλοθέατρο, στη χούντα, στη Ρώμη, στη Γαλλία, στη Μόσχα, στην Τασκένδη, στο γάμο της με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, τη δική της οικογένεια, τον γιο της Πέτρο (στον οποίο έκανε baby-sitting ο Ταρκόφσκι για χαρτζιλίκι), στο Παρίσι, στην Αθήνα.

Και φυσικά στα βιβλία, στη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες που ήταν συνυφασμένες με την ανατροφή και με την πορεία της. Σ’ έναν στενό, φιλικό κύκλο που αποτελούνταν από τις σημαντικότερες φιγούρες του σύγχρονου ελληνικού πνεύματος, από τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάνο Χατζιδάκι, ως τον Πλωρίτη, τον Κάρολο Κουν, τη «θείτσα» Διδώ Σωτηρίου και τη σπουδαία φίλη, από το Γυμνάσιο κιόλας, συγγραφέα Ζωρζ Σαρή.

Ο τίτλος της ταινίας (Ο μεγάλος περίπατος της Άλκης) αναφέρεται  σ’ ένα από τα πασίγνωστα βιβλία της, τον «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου», γραμμένο από την Άλκη Ζέη στο Παρίσι το 1971, μεταφρασμένο ήδη σε 14 γλώσσες και ευρισκόμενο σήμερα στην 62η έκδοση.

Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά πριν περίπου ένα μήνα στο 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και είχε εξαιρετικές κριτικές. Η προβολή γίνεται στα πλαίσια των Περιφερειακών Εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2017 στις οποίες η  Κινηματογραφική Λέσχη Ιτέας συμμετέχει και φέτος. Η ταινία θα προβληθεί στις αίθουσες της Αθήνας το Σεπτέμβρη.

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ:

Λήδα Γαλανού (flix.gr): «Ο Μεγάλος Περίπατος της Άλκης εύχεσαι να μην τελειώσει. Μια τόσο συναρπαστική προσωπικότητα, τόσο ελκυστική αφηγήτρια που έχει μια τόσο γεμάτη ζωή ν’ αφηγηθεί.  Η Μαργαρίτα Μαντά δίνει στην Άλκη Ζέη και στις αναμνήσεις πολιτισμού μας το ντοκιμαντέρ που τους αξίζει. Το ντοκιμαντέρ τρέχει λιτά, χωρίς στόμφο ή ίχνος ναρκισσισμού, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα μια Ελλάδα με κέφι, δημιουργικότητα και αδιάκοπες ταλαιπωρίες: «Κανείς απ’ τη γενιά μας δεν πρόλαβε να κάνει όσα ήθελε,» λέει η Αλκη Ζέη, «μάς πρόλαβαν άλλα» αναφερόμενη στους συνεχόμενους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες».

Νάγια Κωστιάνη (huffingtonpost.gr): «Όταν έχεις μπροστά σου την Άλκη Ζέη, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να την αφήσεις να σου πει την ιστορία της με το δικό της τρόπο. Έτσι και η σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, Μαργαρίτα Μαντά: άφησε την Άλκη να διηγηθεί τα πάντα με τον χειμαρρώδη, τρυφερό και πάντα χιουμοριστικό της τρόπο. Η Μαντά δημιούργησε ένα φιλμ τόσο λιτό όσο πρέπει, όπου οι αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο και οι εικόνες κρατούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο χωρίς να φορτώνονται με περιττά συγκινησιακά τρικ. Άλλωστε, αν έχεις μεγαλώσει με τα βιβλία της Ζέη, δύσκολα μπορείς να συγκρατήσεις τη συγκίνησή κατά τη διάρκεια της θέασης, όχι μόνο ακούγοντας αυτή τη σπουδαία γυναίκα να αφηγείται την ιστορία της, αλλά και βλέποντας να περνά μπροστά από τα μάτια σου μια Ελλάδα που παρά τις δυσκολίες και τις κακουχίες που αντιμετώπιζε εκείνα τα χρόνια, ξεχείλιζε από φαντασία, δημιουργικότητα, έμπνευση, ζωή. «Θα σας πω μια ιστορία, ένα παραμύθι, που έχει πολλές αφετηρίες. Όλοι έχουν μια αφετηρία στη ζωή τους. Εγώ, δεν ξέρω γιατί, μου πέσαν πάρα πολλές και κάθε φορά άρχιζα από έναν καινούργιο δρόμο…», ξεκινά να λέει η Άλκη Ζέη στην πρώτη σκηνή του ντοκιμαντέρ και την ίδια στιγμή βυθίζεσαι βαθιά στη θέση του σινεμά και ελπίζεις μέσα σου να μη σταματήσει ποτέ».

Συντελεστές

Σενάριο: Πέτρος Σεβαστίκογλου, Μαργαρίτα Μαντά

Ηχοληψία: Γιάννης Αντύπας

Μοντάζ-Σχεδιασμός ήχου: Χρήστος Γιαννακόπουλος

Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης

Μουσική: Χρήστος Δεληγιάννης

Μοντάζ: Ιωάννα Σπηλιοπούλου

Φωτογραφία: Ηλίας Αδάμης, Δημήτρης Κασσιμάτης

Για να γνωρίσουμε την καλεσμένη μας Μαργαρίτα Μαντά…

Η Μαργαρίτα Μαντά γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Γαλλική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά και Σκηνοθεσία Κινηματογράφου. Έχει συνεργαστεί σαν βοηθός σκηνοθέτη με πολλούς έλληνες σκηνοθέτες. Υπήρξε βοηθός του Θόδωρου Αγγελόπουλου στις ταινίες: «Το Βλέμμα του Οδυσσέα», «Μία Αιωνιότητα και μία μέρα», «Το Λιβάδι που δακρύζει», «Η Σκόνη του Χρόνου».

Συνεργάστηκε με τον διεθνούς φήμης φωτογράφο Josef Koudelka γράφοντας το κείμενο στο βιβλίο του «Περιπλανήσεις – Ακολουθώντας το Βλέμμα του Οδυσσέα» (έκδοση  Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 1995). Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες μυθοπλασίας «Χρυσόσκονη», 2009 και «Για πάντα», 2014.

………………………..

Με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ αξίζει να διαβάσουμε ένα κείμενο της ακούραστης Άλκης Ζέη για το σχολείο και τους δασκάλους που έγραψε τον Σεπτέμβρη του 2016…

«…Kι όλα αυτά τα χρόνια που πηγαίνω από σχολείο σε σχολείο, είτε το σχολείο βρίσκεται σε μεγάλη πόλη είτε σε μικρή ή και σε χωριό ακόμα, εντυπωσιάζομαι από τα παιδιά που κάνουν τόσα δημιουργικά πράγματα, που ξέρουν να συνομιλούν κι έχουν διαβάσει τόσα βιβλία που απορείς πώς βρίσκουν τον χρόνο. Κι όλα αυτά γιατί υπάρχει ένας δάσκαλος που κλέβει ώρες από μαθήματα και από τη ζωή του για να κάνει τα παιδιά -δύσκολο πράγμα σήμερα -να αγαπήσουν το βιβλίο και να ξεφύγουν από το βαρετό πρόγραμμα του σχολείου .Τους θαυμάζω αυτούς τους δασκάλους.

Μέσα στις δύσκολες και άχαρες μέρες που ζούμε, αυτοί είναι μια αχτίδα ελπίδας…»

Ένας δάσκαλος μπορεί να φέρει την Άνοιξη

της Άλκης Ζέη 

Όταν ήμουνα μικρή, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, τα σχολεία άνοιγαν την πρώτη Οκτωβρίου. Τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη που γυρίζαμε από την εξοχή περίμενα με ανυπομονησία ν’ αρχίσει το σχολείο. Το αγαπούσα πολύ.

Στο γυμνάσιο! Ένιωθα μεγάλη πια. Η αδελφή μου που ήδη πήγαινε στο γυμνάσιο, μου έλεγε με πολλή περηφάνεια πως είχανε πολλούς καθηγητές, έναν για κάθε μάθημα κι όχι μια δασκάλα για όλα όπως στο δημοτικό.

Εκεί, στην πρώτη γυμνασίου εκτός από τα τόσα θαυμαστά που συνέβαιναν γνώρισα και τη Ζώρζ Σαρή που γίναμε φίλες για μια ολόκληρη ζωή.

Το ίδιο το σχολείο που πήγαινα δεν το αγαπούσα. Η διευθύντρια ήτανε θαυμάστρια του Μεταξά και σε όλες τις τάξεις πλάι στον Χριστό κρεμόταν μια μεγάλη φωτογραφία του, που μας κοίταζε με γουρλωμένα μάτια μέσα από τα τεράστια γυαλιά του. Όμως, μαζί με τη Ζωρζ κι άλλα τρία κορίτσια είχαμε κάνει μια τόσο στενή παρέα που τίποτε δεν μπορούσε να τη διαλύσει. Ούτε καν ότι η Ζωρζ αγαπούσε τον Μεταξά γιατί της άρεσε η στολή νεολαίας και τα χρυσά αστέρια που της είχανε κολλήσει στους ώμους. Ήτανε πολύ όμορφη η Ζωρζ, είχε μια δυνατή φωνή και πολύ θάρρος. Έπαιρνε μέρος σε όλες τις γιορτές του σχολείου και πότε παρίστανε τον Ρήγα Φερραίο και πότε τον Ερμή. Με προστάτευε από τα μαλώματα της διευθύντριας επειδή στις εκθέσεις έγραφα τα δικά μου κι όχι τις τυποποιημένες φράσεις που μας έλεγε εκείνη σχετικά με την αποταμίευση και την αστυφιλία και άλλα τέτοια συγκλονιστικά.

Μια μικρή παρένθεση. Στην κατοχή η Ζωρζ ξέχασε τα χρυσά αστέρια, τον Μεταξά και τους βασιλιάδες και είμασταν μαζί στην Αντίσταση.

Είχαμε δύο καθηγήτριες, μια στα Αρχαία και μια στα Νέα Ελληνικά, που τις λατρεύαμε κι εύρισκαν τον μπελά τους από τη διευθύντρια γιατί μας φέρονταν φιλικά και δεν μας κρατούσαν σε απόσταση. Ώσπου τη μια, την πιο νέα, την έδιωξε γιατί μας υπερασπίστηκε όταν εκείνη μας κατσάδιασε άδικα. Παρ’ όλα αυτά το αγαπούσαμε το σχολείο επειδή η φιλία μας ήταν τόσο δυνατή που δεν την αλλάζαμε με τίποτα.

Όταν οι γονείς μας, που ήταν πολύ δημοκρατικοί, θέλησαν να μας αλλάξουν σχολείο. Και σε μια διαφωνία με τη διευθύντρια μάς πήραν στη μέση της χρονιάς για να πάμε στη σχολή Αηδονοπούλου που για κείνα τα χρόνια ήταν -μα ακόμα και για σήμερα μπορούσε να είναι – ένα προοδευτικό, ελεύθερο σχολείο.

Η απελπισία μου δεν περιγράφεται. Είπα πως άρχιζε η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου. Άφηνα τις φίλες μου που για μένα, ακόμα και τώρα, η φιλία είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή μου.

Πήγα με κατεβασμένα μούτρα, το σχολείο όμως εκείνο δεν ήθελε κανένα παιδί που να μην χαμογελάει. Σ’ έσπρωχναν να κάνεις κάτι που αγαπούσες, να ζωγραφίσεις, να παίξεις θέατρο, κουκλοθέατρο να γράψεις. Εκεί έμαθα πως μ’αρέσει να γράφω. Την πρώτη έκθεση που έγραψα χωρίς τον φόβο της διευθύντριας του άλλου σχολείου την δημοσίευσαν στο περιοδικό του σχολείου. Κι ύστερα, μια επιτροπή από τις μεγάλες μαθήτριες που έβγαζαν μια φορά τη βδομάδα την εφημερίδα του τοίχου- την κολλούσαν στον τοίχο στους διαδρόμους του σχολείου-, μου ανέθεσαν να γράψω το χρονογράφημα γιατί βρήκαν από την πρώτη εκείνη έκθεση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό πως είχα χιούμορ. Έγραψα το πρώτο χρονογράφημα κι από τότε το έγραφα σχεδόν κάθε βδομάδα ώσπου τελείωσα το σχολείο. Δεν ξέρω αν θα γινόμουν συγγραφέας, αν δεν είχα αλλάξει σχολείο.

Έκανα καινούριες φίλες χωρίς όμως να ξεχάσω τις παλιές που κάθε μεσημέρι όταν σχολούσαμε με περίμεναν στη γωνιά ενός δρόμου ν’ αγκαλιαστούμε και να πούμε τα νέα μας.

Ήρθε ο πόλεμος. Ήτανε μια Δευτέρα και η πιο μεγάλη μου λύπη ήτανε ότι έκλεισε το σχολείο. Κι αργότερα, στην κατοχή, το σχολείο ήτανε σαν ένας φωτεινός φάρος μέσα στη μαυρίλα. Ας συναντούσαμε στο δρόμο ανθρώπους σωριασμένους κάτω από την πείνα, ας βλέπαμε άλλους να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε, κι ας είχαμε δεί ένα πρωί δυο κρεμασμένους από ένα φανάρι της πλατείας. Μόλις έκλεινε η πόρτα του σχολείου τα ξεχνούσαμε όλα, κι οι δάσκαλοί μας αδυνατισμένοι από την πείνα, με το κολάρο του πουκαμίσου τους να χάσκει στον λαιμό, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ξεχνάμε τη φρίκη και να έχουμε ενδιαφέρον για τη ζωή.

Παρ’ όλο που το σχολείο μας το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και στριμωχτήκαμε σε ένα άλλο κτήριο τρείς τρείς στα θρανία, τότε κάναμε τις παραστάσεις του κουκλοθέατρου που εγώ έγραφα τα έργα, άλλες έπαιζαν τους ρόλους κι άλλες έφτιαχναν σκηνικά και κοστούμια. Δουλεύαμε με πάθος, τα ξεχνούσαμε όλα. Κι αυτό, το οφείλαμε στην καθηγήτρια των τεχνικών, την Ελένη Περράκη, που κράτησε μετά την κατοχή για ολόκληρα τριάντα χρόνια το κουκλοθέατρο με το όνομα «Μπάρμπα Μητούσης». Τότε που ήταν σχεδόν το μοναδικό θέαμα για παιδιά.

Και δεν ήτανε μόνο αυτή. Ο καθηγητής των αρχαίων ελληνικών ο Μιχάλης Αναστασίου-ξάδελφος του Καζαντζάκη- δεν μας άφηνε μόνο με τα εις μι ρήματα και δυο σελίδες από την Αντιγόνη να μάθουμε απ’ έξω. Μας διάβαζε από μετάφραση όλη την τραγωδία και ξέκλεβε λίγη ώρα πριν χτυπήσει το κουδούνι για να μας διαβάσει τη μεγάλη του αγάπη, τον Πέρ Γκυντ του Ίψεν.

Οι δάσκαλοι, αυτοί είναι το παν για το σχολείο. Τώρα περιμένω με ανυπομονησία να χτυπήσει το πρώτο κουδούνι για ν’ αρχίσω να επισκέπτομαι τα σχολεία, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα, να κουβεντιάσω με τα παιδιά.

Kι όλα αυτά τα χρόνια που πηγαίνω από σχολείο σε σχολείο, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όλα εξαρτώνται από τον δάσκαλο. Είτε το σχολείο βρίσκεται σε μεγάλη πόλη είτε σε μικρή ή και σε χωριό ακόμα, εντυπωσιάζομαι από τα παιδιά που κάνουν τόσα δημιουργικά πράγματα, που ξέρουν να συνομιλούν κι έχουν διαβάσει τόσα βιβλία που απορείς πώς βρίσκουν τον χρόνο. Κι όλα αυτά γιατί υπάρχει ένας δάσκαλος που κλέβει ώρες από μαθήματα και από τη ζωή του για να κάνει τα παιδιά -δύσκολο πράγμα σήμερα -να αγαπήσουν το βιβλίο και να ξεφύγουν από το βαρετό πρόγραμμα του σχολείου .Τους θαυμάζω αυτούς τους δασκάλους .Μέσα στις δύσκολες και άχαρες μέρες που ζούμε, αυτοί είναι μια αχτίδα ελπίδας.

Ας αλλάζουν οι υπουργοί Παιδείας, ας αλλάζουν κάθε τόσο τους νόμους. Όταν υπάρχει ένας δάσκαλος με όρεξη και κέφι, τα παιδιά αποκτούν κι’ αυτά όρεξη και κέφι για δουλειά. Είτε σε καινούριο σχολείο βρίσκονται είτε σε λυόμενο ή σε τάξεις με ξεχαρβαλωμένα θρανία. Βλέπεις τα μάτια τους να λάμπουν.

Δεν θ’ άξιζε λοιπόν ένα φωτοστέφανο για τον δάσκαλο; Άραγε θα βρεθεί ποτέ χέρι να του το φορέσει;

www.koutipandoras.gr/article/enas-daskalos-mporei-na-ferei-thn-anoih