Η Έξοδος του Μεσολογγίου και το πέρασμα από τη Δωρίδα (του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου)

Η Έξοδος του Μεσολογγίου και το πέρασμα από τη Δωρίδα

του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου*

Με αφορμή την επέτειο 194 χρόνων από την έξοδο του Μεσολογγίου, θέλω να παρουσιάσω μια αφανή, αλλά με έντονο συμβολισμό πτυχή της τοπικής μας ιστορίας, που συνδέεται με το πέρασμα των υπερασπιστών του Μεσολογγίου από τη Δωρίδα.

Οι Δωριείς, όπως είναι γνωστό, ενίσχυσαν την άμυνα του Μεσολογγίου με ένοπλα τμήματα και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, υπερασπιζόμενοι την ιδέα της Ελευθερίας.

Στο Μεσολόγγι η κατάσταση ήταν τραγική. Η παντελής έλλειψη τροφής ανάγκασε τους πολιορκημένους να τρώνε άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, σκύλους, γάτες ποντίκια και όταν αυτά τελείωσαν, έτρωγαν πικρά αρμυρίκια. Οι οργανισμοί των ανδρών της φρουράς εξασθένησαν, οι άμαχοι πέθαιναν από την πείνα, οι ασθένειες απειλούσαν όλους, η τροφοδοσία από το ναυτικό ήταν πλέον αδύνατη και έτσι οι οπλαρχηγοί πήραν την απόφαση για έξοδο.

Την 10η Απριλίου 1826 η έξοδος έγινε με βάση σχεδιασμό που προηγήθηκε, όπως αποτυπώνεται στα απομνημονεύματα αγωνιστών που ήταν παρόντες και έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, στα απομνημονεύματα άλλων αγωνιστών και από τους ιστορικούς.

Για την έξοδο καθορίστηκαν οι ομάδες (κολώνες) των ένοπλων, η ομάδα των γυναικόπαιδων και όσων άλλων μπορούσαν να ακολουθήσουν στις σκληρές αυτές συνθήκες, η κατεύθυνση, καθώς και το σημείο συνάντησης, ώστε να δράσουν όλοι, όσο πιο συντονισμένα μπορούσαν στο βαθμό που αυτό θα ήταν εφικτό, λόγω των εξαιρετικά δυσμενών συνθηκών.

Τα ένοπλα τμήματα μαζί με τα γυναικόπαιδα, μετά από σκληρή μάχη σώμα με σώμα στα πεδινά, προωθήθηκαν προς τα ορεινά, ελπίζοντας ότι εκεί θα τελείωναν οι μάχες. Έπεσαν όμως σε ενέδρες και υπέστησαν μεγάλες απώλειες.

Όσοι επέζησαν, κατευθύνθηκαν στη Δερβέκιστα, σημερινή Ανάληψη, όπου έκαναν απολογισμό των μαχητών και των γυναικόπαιδων που χάθηκαν στις μάχες.

Εκεί ειδοποιήθηκαν ότι έπρεπε να συναντήσουν τον Καραϊσκάκη που ήταν ασθενής στον Πλάτανο. Οι οπλαρχηγοί τον ενημέρωσαν για την όλη κατάσταση και αυτός πρότεινε να μείνουν στο στρατόπεδό του. Κάποιοι έμειναν, ενώ οι υπόλοιποι, με τους ελάχιστους διασωθέντες αμάχους, συνέχισαν την πορεία τους προς τη Δωρίδα, με στόχο να ενωθούν οι μαχητές Δωριείς με τους δικούς και οι υπόλοιποι να συνεχίσουν προς Σάλωνα, Θεσπιές, Περαχώρα, με τελικό προορισμό το Ναύπλιο.

Όσοι γνωρίζουν τη μορφολογία του εδάφους που ακολούθησε η πορεία των μαχητών του Μεσολογγίου ή μπορούν να τη φανταστούν από τους χάρτες του διαδικτύου, μπορούν να κατανοήσουν την τεράστια προσπάθεια που κατέβαλαν για να διασχίσουν τα δύσβατα περάσματα των Κραββάρων και της ορεινής Δωρίδας.

Πρέπει να συνυπολογίσουμε, ότι οι μαχητές, τα γυναικόπαιδα και όσοι άλλοι άμαχοι απέμειναν, ήταν αδύναμοι από την έλλειψη τροφής, αφού την στερούνταν ήδη από το Μεσολόγγι. Ότι έδωσαν σκληρές μάχες κατά την έξοδο, έπεσαν σε ενέδρες, ανέβηκαν πολεμώντας ξιφήρεις τα βουνά μέχρι να σταματήσουν να μάχονται. Ότι στην πορεία έχαναν παιδιά, γυναίκες, φίλους και συντρόφους αγωνιστές.

Κάποιες ομάδες βρήκαν καταφύγιο στο Μοναστήρι Παναγίας της Βαρνάκοβας που λειτουργούσε και ως στρατόπεδο. Ο Καραϊσκάκης έστελνε αποσπάσματα σε επίκαιρες θέσεις, για να επιβραδύνουν την προέλαση του Κιουταχή. Στo Μοναστήρι της Βαρνάκοβας έστειλε για ενίσχυση του πολεμικού βαρνακοβίτικου σώματος, τον Κώστα Καλύβα και Ιωάννη Φραγκίστα με 150 άνδρες. Οι οπλαρχηγοί Τριαντάφυλλος Αποκορίτης, Σκαλτσοδήμος και τμήματα του Σιαφάκα ενεργούσαν σε επίκαιρες θέσεις εκτός της Μονής. Οι Τούρκοι πολιόρκησαν το Μοναστήρι και μετά την έξοδο των υπερασπιστών, το ανατίναξαν από οργή για τις μεγάλες τους απώλειες.

Το κύριο σώμα των οπλαρχηγών με ελάχιστα γυναικόπαιδα, σε άθλια κατάσταση, αποδεκατισμένο από τις κακουχίες και την πείνα έφτασε στους Πενταγιούς. Ο Κασομούλης γράφει.

«Ξεκινήσαντες ἀπό τά Λουμπουτινά, ἑφθάσαμε εἰς Πενταγιούς Λιδορικιοῦ. Μὅλον ὅποῦ καί τοῦτοι, τά πράγματά των τά εἶχαν σηκωμένα, ἦλθαν ὅμως ὅλοι οἱ οἰκοδεσπόται μέ ταίς φαμελλιαίς των, μας ἢφεραν ἀπὸ ὅ,τι εἶχεν ὁ καθείς, ψωμί, φαγί, κρασί και ὅλην τήν νύκταν συλλυποῦντο τήν κατάστασίν μας καί τά δεινά μας.

Ὁ (Δ.) Σκαλτσᾶς εὑρισκόμενος εἰς τό χωρίον…(Γρανίτσα), ἐπάνω ἀπὸ τοῦ Σκορδά τό Χάνι, εἶχε σφαχτά μαζωμένα ἀπὸ συνεισφοράν, καί ἀνθρώπους διωρισμένους νά μᾶς χορηγοῦν, ὅταν ζητήσωμεν· μᾶς ἔστειλεν (καί) 4 ἀρνιά (ψημένα), τυρί καί ψωμί.

Μή δυνάμενοι νά ἀνέβωμεν νά τόν ἰδοῦμεν, τόν ἐπέμψαμεν τάς εὐχαριστήσεις μας ἐγγράφως.

Το ἑσπέρας, ἐκοιμήθημεν εἰς τό Λιδορίκι· ἐκεῖνο ἦτον ὅλως διόλου κενόν πρό χρόνων. Ηὕραμεν ἕνα βακάλικον, καί αὐτοῦ ἢπιαμεν καί κρασί.

Διαβάντες ἀπό τό χωρίον Καρούταις, ἐφθάσαμεν εἰς τόν Ἕλατον, διάσελλον, ὁποῦ κατηφορήσαντες ἐφθάσαμεν εἰς τά Σάλωνα».

Στις σημειώσεις των απομνημονευμάτων του Κασομούλη ο Βλαχογιάννης αναφέρει: «Η παράδοση λέει πως χόρεψαν κιόλα οι γενναίοι. Πρώτη φορά ήπιαν κρασί, ύστερα από την Έξοδο».

Στο πέρασμά τους από τα χωριά, όπως περιγράφουν οι ίδιοι, δε συναντούσαν πάντα καλή υποδοχή και φιλοξενία. Πλήρωναν, όσοι είχαν, για τα βασικά είδη διατροφής και ένδυσης, αλλού σε υπερβολικές και αλλού σε προσιτές τιμές. Αυτό ήταν αγκάθι στην ψυχή τους.

Η θερμή φιλοξενία στους μαχητές του Μεσολογγίου από τους Δωριείς χωρίς κανένα αντάλλαγμα, η αναγνώριση του αγώνα και της θυσίας τους, η παρηγοριά για τα βάσανά τους και η πίστη στη συνέχιση του αγώνα για ελευθερία, λειτούργησαν ως βάλσαμο στις ψυχές τους.

Για το λόγο αυτό εκτιμώ, χόρεψαν τον χορό των Οπλαρχηγών με τους Δωριείς. Όλα αυτά είχαν υψηλό συμβολισμό για το ηθικό των Ελλήνων. Οι μαχητές τα διηγήθηκαν σε όλους όταν έφτασαν σε άθλια κατάσταση στο Ναύπλιο. Τις διηγήσεις των μαχητών προφανώς άκουσε και ο Γεώργιος Τερτσέτης και σε συνδυασμό με τον αντίκτυπο της εξόδου στην κοινή γνώμη της Ευρώπης και την αναζωπύρωση του φιλελληνικού ρεύματος, συμπεριέλαβε το χορό στο Λιδωρίκι, στους στίχους του ποιήματός του «Ο χορός των Οπλαρχηγών και η νύχτα του Μαΐου».

Παραθέτω μερικούς στίχους του ποιήματος από το πρωτότυπο:

«…Ὦ χιονισµένε Παρνασσέ, σπηλιαῖς ’ς τό Λοιδορίκι,

Σεῖς ἴδετε καλόν χορόν ἀπ’ ἄνδραις καί γυναῖκες*,

Ὁµορφονιαῖς καί γέροντες κἱ ἀνδρειωµένοι νέοι

Στένουν ζωνάρι ἕνα χορό καί εὔµορφα τραγουδοῦνε,

Κ’ ἡ νιαῖς ὁποῦ χορεύουνε φοροῦν ἀνδρίκια ῥοῦχα,

Καί µ’ ἄρµατα πλακόνουνε τά τρυφερά βυζιά τους.

Εἶναι τά Ἑλληνόπαιδα ’ποῦ ἀπ’ τό Μισολόγγι

Μέ τά σπαθιά τους ’γλύτωσαν ’ς τῆς νύχτας τό φεγγάρι,

Καί τόρα σταίνουνε χορό, ’ψηλά ’ς τό Λοιδορίκι.

Χορεύουν να ἡμερώσουνε την λύπη της καρδιᾶς τους,

Πῶς πλιά δέν θέλει, μεταϊδοῦν τούς νιούς ‘πού ἑχαθῆκαν·

Χορεύουν διά νά δώσουνε θάῥῥος εις την πατρίδα,

Πῶς ὅσο κι ἄν ἑμείνανε ’λίγα τά παλληκάρια,

Τα Στήθη τους δέν ’δείλιασαν ’ς τούς φόνους καί ’ς τό ἄίμα,

Καί χαίρονται καί τραγουδοῦν σάν ’ς ταῖς καλαῖς ήμεραις.»

Το ποίημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά, στις 15 Ιουνίου 1832 στο Ναύπλιο, στο φύλλο με αριθμό 18, της «Εθνικής Εφημερίδας».

Το γεγονός αυτό έχει από μόνο του ιδιαίτερη σημασία για την αξιοπιστία της ιστορικής πηγής. Επιπρόσθετα στις υποσημειώσεις της εφημερίδας αναφέρεται ρητά ότι: «Ὁ χορός αὐτός ἐγεινεν εἰς Λοιδορίκι ἀπαραλλάκτως, ὡς περιγράφεται». Στο ποίημά του ο Γεώργιος Τερτσέτης τονίζει τον πατριωτισμό των Ελλήνων και απευθυνόμενος στους Ευρωπαίους και στον νεοεκλεγμένο Βασιλιά Όθωνα, εξυμνεί τις χορευτικές και τραγουδιστικές τους συνήθειες, τις συνδέει με τον Μάιο και την ανοιξιάτικη «έκρηξη της φύσης», αναδεικνύει τις ρίζες τους από την Αρχαία Ελλάδα και την αδιάλειπτη συνέχειά τους.

Εκατό χρόνια μετά τη δημοσίευση του ποιήματος του Τερτσέτη, ο επαχτίτης Γιάννης Βλαχογιάννης, ποιητής και λογοτέχνης, έγραψε το ιστορικό αφήγημα «Αστραπόκαμα», αναφερόμενος στον χορό των Οπλαρχηγών στο Λιδωρίκι. Ο Βλαχογιάννης ως επιμελητής και εκδότης των «Ενθυμημάτων…» του Κασομούλη είχε άμεση πρόσβαση στις σημειώσεις και το αρχείο του.

Αναφέρω απόσπασμα από το «Αστραπόκαμα»:

«Της Έξοδος τ’ αντίβροντο γέμισε των βουνών τα κάρκαρα, λιάκουρες και κλεισούρες αντιβουίσαν , κι’ οι κρυμμένοι χωριανοί βγήκανε τέλος από τους κρυψώνες τους και τρέξαν από πίσω στο συμπεθερικό, σα διψασμένα αγρίμια, να ρωτήσουν και να μάθουν.

Τους προφτάσανε πολλοί στο Λιδωρίκι. Εκεί, μπρος στ’ αχνισμένα λείψανα, που δείχνουν της ζωής τη φλόγα μεσ΄τα μάτια τους να θαμποσβήνει σα μακρυσμένο απόβραδο, οι χωριανοί λησμονήσαν και το ρώτημα και το άκουσμα. Άλλοι λειψό ψωμί ζυμώσαν, άλλοι ψήσαν αρνάκι τρυφερό, άλλοι ξετρυπώσαν τ’ αντιψύχι του παλιού κρασιού και στρώσαν το τραπέζι, όλο δαφνόμυρτα, και μοίρασαν το φαί, λίγο από λίγο, κι’ ενώ τους βλέπουνε να τρώνε, μένουν αυτοί γονατιστοί και κλαίνε.

Σηκώνονται απ’ το τραπέζι το λιτό. Άντρες – γυναίκες σιάζουν τ’ αχτένιστα μαλλιά, σφίγγουν τη μέση, χεροπιάνονται όλοι νιάτα, από θείο πιοτό γεμάτη την καρδιά. . . ».

Στον χορό έλαβαν μέρος και οι αγωνίστριες γυναίκες του Μεσολογγίου, όπως περιγράφουν και οι δύο λογοτέχνες.

Ο Τερτσέτης στο ποίημά του λέει:

«…Κ’ ἡ νιαῖς ὁποῦ χορεύουνε φοροῦν ἀνδρίκια ῥοῦχα,

Καί µ’ ἄρµατα πλακόνουνε τά τρυφερά βυζιά τους….

Ο Βλαχογιάννης στο ιστορικό του αφήγημα αναφέρει:  

«. . . Άντρες – γυναίκες σιάζουν τ’ αχτένιστα μαλλιά, σφίγγουν τη μέση, χεροπιάνονται όλοι νιάτα, από θείο πιοτό γεμάτη την καρδιά. . .».

Από τον χορό αυτό υποθέτω, δε θα μπορούσε να λείπει η Μεσολογγίτισσα Χρυσηίδα Γ. Κοντσακάρη, αναφέρεται ονομαστικά για τη μάχη της στην έξοδο και την πορεία προς Ναύπλιο μέσω Δωρίδας, μαζί με τις ανώνυμες συναγωνίστριές της. Αυτό το στοιχείο είναι ισχυρό τεκμήριο για την ορθότητα των γραφομένων από τους Τερτσέτη και Βλαχογιάννη.

Το γεγονός ότι ο Τερτσέτης και ο Βλαχογιάννης συμπίπτουν στις παρουσιάσεις τους, δεν σημαίνει απόλυτη τεκμηρίωση της ιστορικής πραγματικότητας, σημαίνει όμως πολλά για τον τρόπο που επέλεξαν και οι δύο, να μετουσιώσουν ένα ιστορικό γεγονός σε λογοτεχνικό λόγο.

Στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η Ένωση Δωριέων Επιστημόνων έχει προγραμματίσει σειρά ερευνών και δράσεων, με γενικό τίτλο «Η συμβολή των Δωριέων στην Επανάσταση του 1821», με στόχο να στρέψει το φως της ιστορικής έρευνας και στη Δωρίδα. Για διάφορους λόγους, το φως αυτό έπεσε περισσότερο σε κάποιους τόπους ή σε κάποια γεγονότα, αφήνοντας κάποιους άλλους στη σκιά, μεταξύ αυτών και τη Δωρίδα.

Η παρουσίαση της αφανούς αυτής πτυχής της τοπικής μας ιστορίας, είναι ένα ερέθισμα για εμάς τους Δωριείς, προκειμένου να στραφούμε και σ’ αυτά τα παραμελημένα κεφάλαια του παρελθόντος μας, για την, όσο το δυνατόν, πιο ολοκληρωμένη εικόνα της συμβολής των Δωριέων στην Επανάσταση του 1821.

Ο εορτασμός των 200 χρόνων δεν πρέπει να αναλωθεί σε αμφίβολης ποιότητας εκδηλώσεις και ανούσιους λόγους. Πρέπει να αποτελέσει την απαρχή για εθνική αυτογνωσία, ουσιαστική έρευνα, σκάλισμα αρχείων, ανάδειξη γεγονότων, προσώπων γνωστών και άγνωστων μέχρι σήμερα που, με τις πράξεις τους, έδωσαν νόημα στον αγώνα για την Ελευθερία.

Ο Ιστορικός και βαθύς γνώστης των διεργασιών της Επανάστασης, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο του, «το 1821 συγκροτήθηκε η σύγχρονη εθνική μας ταυτότητα και άρχισαν να συνειδητοποιούνται οι εθνικές διεκδικήσεις. Έτσι άρχισε να αποκρυσταλλώνεται το ελληνικό εθνικό όραμα, χωρίς το οποίο ούτε η Επανάσταση μπορούσε να «εκκολαφθεί» ούτε το εν επαναστάσει έθνος να αποδεχτεί και να αντέξει τις αλλεπάλληλες θυσίες που επέφερε η δυσαναλογία ισχύος των εξεγερμένων προς την Αυτοκρατορία».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αινιάν Δημήτριος, Βιογραφία Καραϊσκάκη, Αθήνα, 1903.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Αθήνα, 1980.
  • Βλαχογιάννης Γιάννης, Μεγάλα Χρόνια, Αθήνα, 1930.
  • Διακάκης Αντώνης, Η πόλη του Μεσολογγίου κατά την Επανάσταση του 1821: πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή, Διδακτορική Διατριβή, Παν. Κρήτης, 2017.
  • Ηλιόπουλος Γιάννης, Παρθένιος Ζωγράφος ο από Καρυών. Ο Παπαφλέσσας της Δωρίδας, Αθήνα, 2013.
  • Καζίκας Μάριος, Το λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Βλαχογιάννη-Επαχτίτη, Διδακτορική Διατριβή, Παν. Αθηνών, 2017.
  • Καλονάρος Πέτρος, Βαρνάκοβα, Αθήνα, 1957.
  • Κασομούλης Νικόλαος, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Αθήνα, 1940.
  • Κρέμος Γεώργιος, Νεώτατη Γενική Ιστορία, Αθήνα, 1890.
  • Μίχος Αρτέμιος, Απομνημονεύματα 2ας πολιορκίας του Μεσολογγίου, Αθήνα, 1883.
  • Παναγιωτόπουλος Βασίλης, Τι γιορτάζουμε το 2021, Τα Νέα, 1/3/2020.
  • Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα, 1887.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, ΑπομνημονεύματαΑθήνα, 1851.
  • Σπυρομίλιος, «Απομνημονεύματα της 2ας πολιορκίας του Μεσολογγίου…», Αθήνα 1926.
  • Σταθόπουλος Ευθύμιος, Φωκίδα της Επανάστασης, η γενιά του Εικοσιένα και η τύχη όλων των αγωνιστών, Αθήνα, 1995.
  • Τερτσέτης Γεώργιος, Ποιήματα, Αθήνα, 1847.
  • Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο. 1860.
  • Φίνλεϋ Γεώργιος, Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα.
  • Φραγκίστας Ιωάννης, επιστολή στον Καποδίστρια, 1830.
  • Εθνική Εφημερίς, Αριθμός 18, Ναύπλιο, 1832.
  • Εφημερίδα «Δυτική Ελλάς», Μεσολόγγι, 22/7/1884.

*Ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος είναι Οικονομολόγος, Αντιπρόεδρος της Ένωσης Δωριέων Επιστημόνων και του Ομίλου Προετοιμασίας Στελεχών Αυτοδιοίκησης, π. Αντιδήμαρχος Δήμου Δωρίδος.

**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΕΥΠΑΛΙΟ» που κυκλοφορεί.

Πηγή: www.doridanews.gr