Το τιμαλφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 (της Κατερίνας Σκαντζή)

Το τιμαλφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

της Κατερίνας Σκαντζή

«Η ώρα ήλθεν, ω Άνδρες Έλληνες! Πρό πολλού οι λαοί της Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων Δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μας επροσκάλουν εις μίμησιν, αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την Ευδαιμονίαν…» (Γενικό στρατόπεδο Ιασίου, στην σημερινή Ανατολική Ρουμανία, 24 Φεβρουαρίου 1821. Απόσπασμα από την εκκίνηση της προκήρυξης της επανάστασης, με την υπογραφή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη.)

Με το απόσπασμα τούτο, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ξεκινά να απευθύνεται ουσιαστικά σε όλο το σύνολο, των επαναστατημένων ελληνόφωνων πληθυσμών της περιόδου εκείνης, ως ενιαίου πια υποκειμένου, μέσω εκείνων των ανθρώπων που θα βρεθούν στο κέντρο των πολεμικών πυρών λίγο αργότερα, εναντία στην επί 5 σχεδόν αιώνες οθωμανική δεσποτεία. Το άμεσο αποτέλεσμα, η ίδια η ελληνική επανάσταση ως γεγονός πια, τον πρώιμο 19ο αιώνα και όχι σε προηγούμενο χρόνο. Μια επανάσταση που φάνταζε ως απονενοημένο διάβημα, στην Ευρώπη της εποχής, της Ιερής Συμμαχίας.

Θα έπρεπε ίσως εδώ να αναρωτηθούμε, ποια ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτοαναγνώρισης, στην καθημερινή ζωή των ελληνόφωνων πληθυσμών, των αρχών του 19ου αιώνα, μα και ποια εκείνα, όλης σχεδόν της διαρκείας του αιώνα που προηγήθηκε. Τι σημαίνει, είμαι Έλληνας, στις αρχές του 18ου αιώνα, στο μέσον του, περί τα 1750 και τι στο τέλος του, όταν η επανάσταση ενάντια στο οθωμανικό κράτος, έχει ήδη προετοιμαστεί; Η απόσταση που έπρεπε να διανύσει η τότε ελληνική κοινωνία, ως την συνειδητοποίηση του «ανήκειν», σε ένα έθνος, ως πολίτης, ήταν αρκετά μακρά και επίπονη, μετασχηματική διαδικασία.

Στις αρχές του 18ου αιώνα, στον κατεξοχήν ελλαδικό χώρο γεωγραφικά, όπως τον αναγνωρίζουμε σήμερα, πλην της περιοχής των Επτανήσων, η οποία διαβιούσε υπό βενετική κατοχή, μα και έξω από αυτόν και κυρίως στις περιοχές των ανατολικών βαλκάνιων και της Μικράς Ασίας, οι σε διττή υποτέλεια, ελληνόφωνοι χριστιανοί ραγιάδες, ζούσαν μέσα στους κλοιούς ενός οθωμανικού κράτους, «του αιωνίου κόσμου του θεού και του πολυχρονεμένου αυτοκράτορα», που συντηρούσε και υποστήριζε, ως πληρεξούσια εξουσία του σουλτάνου, η εκκλησιαστική αριστοκρατία, οργανωμένη στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και πλησίον της η ελίτ των Φαναριωτών. Καθώς υπήρχε έλλειψη ενιαίας οικονομικής και πολιτικής ζωής, βασίλευε, εκτός της κοινής ορθόδοξης πίστης και του κοινού γλωσσικού κώδικα, που αποτελούσαν σημεία αναφοράς, η τοπικότητα και η οικογενειοκρατία, ιδίως στις περιοχές της αμιγώς ελληνικής χερσονήσου. Ούτε λόγος για εθνική διαφοροποίηση. Η οθωμανική εξουσία ευνοούσε τον τοπικισμό, παρέχοντας ένα βαθμό διοικητικής αυτονομίας και ανεχόμενη την διοικητική ανομοιομορφία, ορίζοντας ντόπιους τοποτηρητές, δηλαδή κληρικούς, κοτζαμπάσηδες, προεστούς, οπλαρχηγούς, σαφώς ελεγχόμενους από την κεντρική οθωμανική εξουσία μέσω των πασάδων, ώστε να τηρείται η τάξη και να λειτουργεί ο φορολογικός μηχανισμός. Κυρίαρχα μέσα επιβολής τους, για αυτούς τους ντόπιους άρχοντες, ήταν ο βαθμός επιρροής τους στους κατοίκους και η οικονομική τους επιφάνεια. Στους ανθρώπους της καθημερινότητας, όπου και δεν υπήρχε κοινωνική διαφοροποίηση, όπως στην εκκλησιαστική ιεραρχία και στην τοπική εξουσία, ο μικρός τους τόπος, το χωριό ή το νησί, ήταν ενοποιητικό στοιχείο και η γη που καλλιεργούσαν, μα δεν τους άνηκε, το κυρίως αγαθό του βιοπορισμού, που λυμαίνονταν πολλές φορές και οι ίδιοι οι ντόπιοι προύχοντες.

Σε ένα τέτοιο ανομοιογενές κοινωνιόγραμμα πελατειακών σχέσεων και συναλλαγών, ώστε οι απλοί άνθρωποι να εξασφαλίσουν, την όσο γίνεται ειρηνική τους διαβίωση, μα και οι εντεταλμένοι των Οθωμανών εξουσιαστές, την εξυπηρέτηση των σκοπών τους, ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, εμφανίζονται τα πρώτα ψήγματα διαλόγου με την ευνομούμενη ευρωπαϊκή Δύση, των πεφωτισμένων μοναρχιών μεν, μα της μεταιχμιακής εκείνης Ευρώπης δε, που υπόκειται σε εκκοσμίκευση και συγκρούεται με την παράδοση. Αυτοί λοιπόν, οι έως τότε αφομοιωμένοι από το οθωμανικό εξουσιαστικό σύστημα, ελληνόφωνοι ραγιάδες της Ανατολής, θα έρθουν σε μια πρώτη επαφή, με την δυτικότερη Ευρώπη, κυρίως την Γαλλία και την Αγγλία, της πνευματικής δημιουργίας και του ορθού λόγου. Μέσω του κινήματος του νεοελληνικού διαφωτισμού, όπως αυτό εκπροσωπείται, τον πρώιμο 18ο αιώνα, από συντηρητικούς λογίους, όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης ή ο νεαρός Ευγένιος Βούλγαρης, που αμυδρά προσεγγίζουν την σωτηρία της επίγειας ζωής, μα και καθώς η εμπορική δραστηριότητα κερδίζει χώρο, από τους κατοικούντες στο ελληνικό έδαφος, Έλληνες καραβοκύρηδες και εμπόρους, αλλά και εκείνων της διασποράς σε βαλκάνια και μικρά Ασία, έστω και με χρονική καθυστέρηση, η στροφή προς τον αναπροσανατολισμό της παιδείας και της κοινωνίας κατ΄ επέκταση, προς τις επιστήμες, την φιλοσοφία και τον εκδημοκρατισμό, θα αρχίσει δειλά να συντελείται.

Στα 1750 και έως τα 1790, ως συμβατικού χρονικού σημείου, καθώς ο ιστορικός χρόνος δεν είναι αυστηρός στην εξέλιξη των πνευματικών-κοινωνικών κινημάτων, η άποψη του Ιώσηπου Μοισιόδακα, « .. Έχει χρείαν, έχει χρείαν η Ελλάς από την Ευρώπην . . », στον πρόλογο βιβλίου του, (στα1780), αποτυπώνει την μετατόπιση πια, διανοητική, μα και πολιτική των Ελλήνων, προς την φωτισμένη Ευρώπη, του ρασιοναλισμού. Έλληνας, αρχίζει βραδέως να σημαίνει είμαι και Ευρωπαίος. Ως τις αρχές του 19ου αιώνα, περίπου 7 δεκαετίες, λαμβάνουν χώρα, πολλά σημαντικά κοινωνικά γεγονότα, στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, σαν την Γαλλική Επανάσταση, που μετεκενωνόνται στα σημερινά ευρωπαϊκά εδάφη της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας και αφήνουν το βαθύ αποτύπωμα τους. Καθώς ήδη το οθωμανικό πρότυπο εξουσίας αμφισβητείται, ακόμη κι από Οθωμανούς περιφερειακούς πασάδες, εκ των έσω δηλαδή και η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαπλώνεται, τμήματα του Νέου Ελληνισμού, όπως έμελλε να βαπτιστεί αυτό το κίνημα των παραγωγικών δυνάμεων και κυρίως οι ηγετικές τους ελίτ, όπως οι έμποροι, οι κεφαλαιούχοι και οι πλοιοκτήτες, θα ζυμωθούν με τις τάσεις της νεωτερικότητας που πρεσβεύουν οι Έλληνες λόγιοι. Περισσότερο οι ριζοσπάστες λόγιοι, όπως λ.χ., ο Αδαμάντιος Κοραής ή ο Ρήγας Βελεστινλής. Τα δίκτυα των κύκλων τους θα γίνουν οι μεταφορείς των επιδιώξεων τους και στον πληθυσμό των απλών χωρικών, στις ελληνόφωνες περιοχές.

Η συλλογική πια συνειδητοποίηση είμαι Έλληνας, θα έχει ως ένα περιορισμένο σημείο, κατακτηθεί ως τις παραμονές της Επανάστασης του 1821, ώστε η διεκδίκηση της θέσης του πολίτη, σε ένα κράτος-έθνος, που φροντίζει το ίδιο τα του οίκου του, να είναι ο απώτερος σκοπός του «επαναστατείν». Το ελληνικό εθνικό-κοινωνικό κίνημα, προϊόν του οποίου, αποτέλεσε η ίδρυση ενός από τα πρώτα έθνη-κράτη επί της ευρωπαϊκής ηπείρου, το 1832 και η γεωγραφική του περιχαράκωση, έναν αιώνα αργότερα, θα αναπλάσει και θέσει, στην υπηρεσία των δικών του πολιτικών στοχεύσεων, την επιστροφή στην κλασική ελληνική αρχαιότητα, ως την δικαίωση της ιστορικότητας ενός λαού, του ελληνικού και την μετατροπή του συναισθήματος, σε πολιτική οργάνωση και εξουσία. Του συναισθήματος που απορρέει από το μοίρασμα μεταξύ ανθρώπων, ενός ευρέως φάσματος, γλωσσικών, γεωγραφικών, πολιτισμικών, ιστορικών και θρησκευτικών χαρακτηριστικών, περιστάσεων και κοινών εμπειριών. Η μετάβαση από το καθεστώς του ρωμιού ραγιά, που υπάρχει «ελέω θεού», στο καθεστώς του πολίτη, που υπάρχει όταν με την χρήση της λογικής, πράττει υπεύθυνα, όπως όλες οι σημαντικές μεταβάσεις των κοινωνιών οικουμενικά, που επέφεραν μεγάλες γεωπολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις, συμβαίνουν αργά, χωρίς να αγγίζουν όλα τα στρώματα των κοινωνικών τάξεων, στον ίδιο βαθμό και στον ίδιο χρόνο. Αφήνουν όμως, τεράστια παρακαταθήκη για το μέλλον. Την παρακαταθήκη αυτή, ανοίγουμε κάθε φορά που το ημερολόγιο δείχνει 25η Μαρτίου, όπως και σήμερα, όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες. Ας διαφυλάξουμε και κληροδοτήσουμε το τιμαλφές της Ελληνικής επανάστασης του 1821 από γενιά σε γενιά, όπως του πρέπει, ξεκινώντας από πού αλλού; Από το σχολείο, φυσικά. Όχι όμως όπως το σημερινό ελληνικό σχολείο, το κληροδοτεί.