Τρία δημοτικά τραγούδια για αρματωλούς της Φωκίδας

Τρία δημοτικά τραγούδια για αρματωλούς της Φωκίδας

Από την «Ανθολογία Δημοτικού Τραγουδιού» του Νικολάου Πολίτη

Του Βλαχοθανάση

[Ο Μήτρος Βλαχοθανάσης, εκ Βουνιχώρας της Φωκίδος, ήτο ονομαστός αρματωλός κατά τα μέσα του ΙΗ’ αιώνος. Ο διάσημος Ανδρίτσος, ο πατήρ του Οδυσσέως, ήτο κατά την νεότητά του πρωτοπαλλήκαρον αυτού. Κατά το 1771, οτε ο Βλαχοθανάσης υπέργηρως ων είχεν αποφασίση να μεταβάλη βίον «για να πεθάνη ήσυχος ‘ς τα χώματα του», ο Ανδρίτσος μελετών επίθεσιν κατά του Μουχτάρ πασά της Ναυπάκτου, και γινώσκων οπόσον πολύτιμος σύντροφος θα ήτο ο γέρων ψυχοπατέρας του, τον έπεισε να μετάσχη του αγώνος. Προ της Ναυπάκτου συνεπλάκησαν οι κλέφταις προς τον Μουχτάρ, ισχυροτάτας έχοντα δυνάμεις. Η μάχη διήρκει επί πολλάς ώρας, ότε ο γηραιός Βλαχοθανάσης ώρμησε με το ξίφος προς το κέντρον των εχθρών. Καίτοι δ’ επληγώθη εις την χείρα και τον λαιμόν, επροχώρει, παρακολουθούμενος υπό του Γιάννη Ξυλικιώτη, αλλά τραυματισθέντος καιρίως και τούτου, στραφείς όπως θοηθήση αυτόν, επληγώθη θανασίμως εις την κεφαλήν, και πίπτων παρεκάλει τους συντρόφους του να του πάρουν το κεφάλι. Ώρμησαν ούτοι όπως αποκομίσωσι τους νεκρούς και δεινός συνήφθη αγών, ότε προσδραμάντος εις επικουρίαν των Τούρκων του δερβέναγα της Ναυπάκτου Μητσομπόνου, μετά πολλών ανδρών, ηναγκάσθησαν ν’ αποχωρήσωσι, καταλιπόντες τους νεκρούς. Αι κεφαλαί αυτών απεκόπησαν υπό των Τούρκων και περιήχθησαν ύστερον προς επίδειξιν εις την Ναύπακτον και τα πέριξ, παρεδόθησαν δε τελευταίον εις τον μπέην των Σαλώνων.]

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά ‘ς τη Βουνιχώρα,
το να τηράει τη Λιάκουρα, και τάλλο την Κωστάρτσα,
το τρίτο το καλύτερο ρωτάει τους διαβάταις:
«Διαβάταις πού διαβαίνετε, στρατιώταις πού περνάτε,
μην είδετε τς αρματωλούς και το Βλαχοθανάση,
που γέρασεν αρματωλός, ‘ς τους κλέφταις καπετάνιος;
-Εμείς προψές τον είδαμε ‘ς τον Έπαχτον απόξω,
δυο μέραις επολέμαγε με Τούρκους τρεις χιλιάδες.»
«Ανδρούτσο, τί κλειστήκαμε, σα νά μαστε γυναίκες;»
Το γιαταγάνι τραύηξε κ’ ένα γιουρούσι κάνει.
Του πέφτουν βόλια σα βροχή, κανόνια σα χαλάζι.
Τρεις μπάλαις του ερρήξανε, πικραίς φαρμακωμέναις.
Ή μια τον πήρε ‘ς το λαιμό η άλλη μέσ’ ‘ς το χέρι,
Κ’ η τρίτη η φαρμακερή τον ηύρε ‘ς το κεφάλι.
«Κόψτε μου το κεφάλι μου, νά χετε την ευχή μου!»

Κι’ ο Ανδρούτσος βγάνει μια φωνή, πικρή, φαρμακωμένη:
«Παιδιά, τραυάτε, τα σπαθιά, κι’ αφήτε το ντουφέκι,
να μη μας πάρη η Τουρκιά του Βλάχου το κεφάλι,
που γέρασεν αρματωλός, ‘ς τους κλέφταις καπετάνιος.»

Βλάχο, καλά καθόσουνε ψηλά ‘ς τη Βουνιχώρα,
θυμήθηκες τα νιάτα σου, κ’ επήρ’ ο νους σ’ αγέρα,
και τώρα το κεφάλι σου το πήρανε οι Τούρκοι.
Το σεργιανάνε ‘ς τα χωριά και παίρνουνε μπαξίσι,
‘ς τα Σάλωνα οι μπέηδες χούφταις φλωριά κερνάνε.

<><><><><><><><><><><><><><><>

Του Κωσταντάρα

[Ο Κώστας Ζαχαρίας, ο επιλεγόμενος Κωσταντάρας, ήτο γυναικάδελφος του αρματωλού Βρικόλακα, διεδέχθη δ’ αυτόν εις το αρματωλίκι των Σαλόνων, της Δωρίδος και του Μαλανδρίνου κατά το 1740. Απέθανε φυσικόν θάνατον κατά το 1755.]

Εγέρασα, μωρέ παιδιά, ‘ς τους κλέφταις καπετάνιος,
τριάντα χρόνια αρματωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης.
Θέλω ν’ αφήοω την κλεψιά, καλόγερος να γένω,
καλόγερος και γούυενος και ρασοτυλιμένος.
Δέκα χωριά νεχάλασα, τα ξαναφκειάνω πάλε,
δυο μοναστήρια χάλασα τα ξαναχτίζω πίσω.
Και σας χαρίζω τάρματα μαζί με την ευχή μου.
Να ρήνω και ‘ς το θυμιατό μπαρούτι αντίς λιβάνι,
να μου θυμάη τον πόλευο, τα περασμένα νιάτα,
σεις να χαλάτε την Τουρκιά, κ’ εγώ να σας σχωράω.

<><><><><><><><><><><><><><><>

Του Διάκου
(24 Απριλίου 1821)

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά ‘ς τη Χαλκουμάτα,
το να τηράει τη Λιβαδιά και τάλλο το Ζιτούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει.
«Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νούδ’ ο Καλύβας έρχεται, νούδ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες».
Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε, πολύ του κακοφάνη.
Ψιλή φωνή νεσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
«Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τοις χούφταις
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω ‘ς την Αλαμάνα,
που ναι ταμπούρια δυνατά κι’ όμορφα μετερίζια».

Παίρνουνε ταλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
‘ς την Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθητε,
σταθήτε αντρεία σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθήτε”.
Ψιλή βροχούλα νέπιασε κ’ ένα κομμάτι αντάρα,
τρία γιουρούσια νέκαμαν τα τρία αράδα αράδα,
Έμεινε ο Διάκος ‘ς τη φωτιά με δεκοχτώ λεβένταις.
Τρεις ώραις επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι’ ανάψαν τα τουφέκια,

κι’ ο Διάκος εξεσπάθωσε και ‘ς τη φωτιά χουμάει,
ξήντα ταμπούρια χάλασε κ’ εφτά μπουλουκμπασίδες.
Και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και ‘ς τον πασά τον πάνουν,
χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.
Κι’ ο Ομέρ Βρυόνης μυστικά ‘ς το δρόμο τον ερώτα.
«Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ άλλαξης,
να προσκυνήσης ‘ς το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης;»
Κ’ εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι.
«Πάτε και σεις κ’ η πίστη σας, μουρτάταις, να χαθήτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάση ο Οδυσσεύς και ό Θανάσης Βάγιας».
Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει.
«Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι’ ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήση την Τουρκιά κι’ όλο μας το ντοβλέτι».

Το Διάκο τότε παίρνουνε και ‘ς το σουβλίι τον βάζουν,
ολόρτο τον εστήσανε κι’ αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάταις.
«Σκυλιά κι’ α με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
Ας είν’ ο Όδυσσεύς καλά κι’ ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το ντοβλέτι».