Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους (γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 13.9.2018)

Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους…

γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 13.9.2018
μπλογκ στο «Ζω Φωκίδα!»: Σινεφίλ

Μία ακόμη κινηματογραφική εβδομάδα έρχεται γεμάτη καινούριες ταινίες στις ελληνικές αίθουσες και τους θεατές να βρίσκονται σε θερινή διάθεση, γεγονός που διαφαίνεται από τη χαμηλή πτήση των εισιτηρίων. Ανάμεσα στις εννιά (!) ταινίες που κάνουν πρεμιέρα συναντάμε ένα reboot του «Κυνηγού» από τον Σέιν Μπλακ, την επιστροφή του Ντένζελ Γουάσιγκτον στο ρόλο του «Equalizer», μια ζεστή ρομαντική κομεντί βασισμένη στο ομότιτλο best-seller του Νικ Χόρνμπι, τo δεύτερο μέρος της βιογραφίας του Τσε Γκεβάρα από τον Στίβεν Σόντερμπεργκ, ένα μοντέρνο γουέστερν – ύμνο στην ανθρωπιά και την ελευθερία και ταυτόχρονα αιχμηρή καταγγελία απέναντι στη βία κάθε μορφής εξουσίας, μία κατασκοπική παρωδία / θηλυκό buddy movie, ένα καθηλωτικό δράμα σχέσεων σε αλπικό φόντο, ένα ευρωπαϊκό animation για τη σημασία της οικογένειας που διαλέγεις και των εξωγήινων που πάντοτε (δεν) πίστευες ότι υπάρχουν και μια κλισέ κωμωδία για τη γυναικεία χειραφέτηση.

Κυνηγός (Predator)
του Σέιν Μπλακ

Από τα πιο μακρινά σημεία του διαστήματος στους μικρούς δρόμους των προαστίων, το κυνήγι επιστρέφει στο σπίτι του μέσα από την εκρηκτική επαναφορά της κινηματογραφικής σειράς «Κυνηγός» του Σέιν Μπλακ. Τώρα, οι πιο θανάσιμοι κυνηγοί του σύμπαντος είναι πιο δυνατοί, πιο έξυπνοι και πιο φονικοί από ποτέ, έχοντας εξελιχθεί γενετικά με DNA από άλλα είδη. Όταν ένα νεαρό αγόρι προκαλέσει κατά λάθος την επιστροφή τους στη Γη, μόνο μια ετερόκλητη ομάδα πρώην στρατιωτών και μια καθηγήτρια εξελικτικής βιολογίας θα μπορέσουν να εμποδίσουν το τέλος του ανθρώπινου είδους.

Η ελπίδα του κόσμου βρίσκεται στα χέρια μιας ομάδας πρώην στρατιωτικών που υποφέρουν πλέον από μετατραυματικό στρες και συναντιούνται συχνά για ομαδική ψυχανάλυση. Τι θα συνέβαινε αν αυτοί οι άνθρωποι έρχονταν αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη απειλή τους σύμπαντος; Μια μεγάλη πρόκληση και μια τρομερή περιπέτεια θα είναι η αφορμή που έψαχναν για να θυμηθούν ποιοι ήταν πριν γνωρίσουν τη φρίκη του πολέμου. Μπορεί όλοι τους να έχουν φοβερά ψυχικά τραύματα, όμως όταν έρχεται η στιγμή να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον εχθρό δουλεύουν σαν καλοκουρδισμένες μηχανές.

Ο Κουίν, ένας απόστρατος των Ειδικών Δυνάμεων που πλέον είναι πληρωμένος δολοφόνος, αποξενωμένος από τη γυναίκα και το γιο του, βρίσκεται στο Μεξικό σε μια μυστική αποστολή όπου ανακαλύπτει τα συντρίμμια ενός διαστημόπλοιου Κυνηγών. Εκεί αναζητά τη συσκευή που θα τον βοηθήσει να αποδείξει ότι λέει αλήθεια αφού κανείς δεν θα τον πιστέψει όταν μοιραστεί την εμπειρία του. Για κακή του τύχη ο γιος του Ρόρι, που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού, την ανακαλύπτει πρώτος και ξεκινά να λύνει το παζλ προκαλώντας την επιστροφή του Κυνηγού στη Γη.

Η ομάδα που θα πλαισιώσει τον Κουίν αποτελείται από τους Γουίλιαμς, έναν απόστρατο που αναγκάζεται να ζήσει με το βάρος μιας λάθος απόφασης που πήρε στο παρελθόν, Κόιλ και Μπάξλι, πρώην πεζοναύτες που τους ενώνει μια πολύ περίεργη και σκοτεινή ιστορία, Νετλς, πρώην πιλότος που επιβίωσε από ένα ατύχημα με το ελικόπτερο και υποφέρει από μια εγκεφαλική βλάβη που τον καθιστά πλέον ακατάλληλο να κάνει το μόνο πράγμα που γνωρίζει καλά, και φυσικά την Κέισι Μπράκετ, μια επιστήμονα της εξελικτικής βιολογίας που μελετά την εξέλιξη και προσαρμογή των περίεργων αυτών όντων και περίμενε μια ζωή αυτή την ευκαιρία.

Μπορεί το franchise του «Κυνηγού» να μη γνώρισε την αναγνώριση και την επιτυχία όπως το «Alien», αλλά για πολλούς η ταινία του 1987 σε σκηνοθεσία Τζον ΜακΤίρναν θεωρείται μια από τις πιο cult ταινίες δράσης/τρόμου που κυκλοφόρησαν μέσα στα ‘80s.

Ο σκηνοθέτης Σέιν Μπλακ, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο αλλά είχε πρωταγωνιστήσει και στην original ταινία του ’87 στο δεύτερο ρόλο του Χόκινς, θέλοντας να αναβιώσει την επίδρασή της πάνω σε σωστές βάσεις, «διαγράφει» όλες τις υπόλοιπες από το σύμπαν του «Κυνηγού» και ως ένας πραγματικός fan boy προσπαθεί να δείξει στη νέα γενιά το μυστικό συστατικό της επιτυχίας του.

Ο Μπλακ είναι γνωστός για το αθυρόστομο χιούμορ του και την χαβαλεδιάρικη διάθεσή του αλλά εδώ χάνει λίγο το μέτρο. Από την άλλη, το αίμα και η δράση ρέουν άφθονα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Η τεστοστερόνη ξεχειλίζει από παντού και η macho διάθεση μοιάζει να αποτελεί το κύριο συστατικό της ταινίας, ένα από τα «τραύματα» των επαναληπτικών γυρισμάτων και των επανασυγγραφών που επιχείρηθηκαν στο σενάριο. Το σενάριο υπάρχει μόνο και μόνο για να δώσει κάποιο κίνητρο για τον Κυνηγό να κατακρεουργήσει ανυποψίαστους στρατιώτες.

Μια πραγματικά χαμένη ευκαιρία για την αναβίωση ενός franchise που δείχνει να είναι εκτός τόπου και χρόνου, χωρίς να μπορεί πλέον να προσφέρει τίποτα ούτε στην καινούργια γενιά θεατών, αλλά πόσο μάλλον σε μια γενιά που αγάπησε τόσο πολύ την, κλασική πλέον, ταινία του ’87.

Σκηνοθεσία: Σέιν Μπλακ

Σενάριο: Σέιν Μπλακ, Φρεντ Ντέκερ

Πρωταγωνιστούν: Μπόιντ Χόλµπρουκ, Τρεβάντε Ρόουντς, Τζέικομπ Τρέμπλεϊ, Κίγκαν-Μάικλ Κι, Ολίβια Μαν, Στέρλινγκ Κ. Μπράουν (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική σειρά για το «This Is Us» το 2018), Aλφι Aλεν, Τόμας Τζέιν, Αουγκούστο Αγκιλέρα, Τζέικ Μπάσεϊ, Ιβόν Στραχόβσκι, Άλφι Άλεν

Διάρκεια: 108 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=giP9F8DSS8I

The Equalizer 2
του Αντουάν Φουκουά

Αν έχεις ένα πρόβλημα και δεν υπάρχει κανείς να βοηθήσει, ο Ρόμπερτ ΜακΚολ είναι ο άνθρωπος σου. Πρόκειται, άλλωστε, για τον ένα και μοναδικό Equalizer. Ο ΜακΚολ βοηθά τους αδύναμους και τους καταπιεσμένους αποδίδοντας δικαιοσύνη. Αμείλικτα. Αλλά όταν το επικίνδυνο παρελθόν του έρθει στην επιφάνεια, θα χρειαστεί όλες του τις δεξιότητες για να βγει ζωντανός. Έχει έρθει η ώρα να βρεθεί αντιμέτωπος με άρτια εκπαιδευμένους δολοφόνους που δεν θα σταματήσουν πουθενά για να τον εξολοθρεύσουν.

Για πρώτη φορά στην καριέρα του, ο δύο φορές βραβευμένος με  Όσκαρ σπουδαίος ηθοποιός Ντένζελ Γουάσινγκτον επιστρέφει σε έναν ρόλο, που δεν είναι άλλος από τον ζοφερό τιμωρό Equalizer. Τη σκηνοθεσία υπογράφει και πάλι ο Αντουάν Φουκουά και η καλογραμμένη πλοκή θέλει τον πρωταγωνιστή να εμπλέκεται σε μία πιο προσωπική ιστορία εκδίκησης για να φτάσει ακόμα πιο μακριά, όσο το σκοτεινό παρελθόν του πλησιάζει απειλητικά.

Δεν είναι ότι το πρώτο «Equalizer» ήταν η επιτομή του καλού γραψίματος ή η έστω η επανεφεύρεση ενός μόνιμα δημοφιλούς αλλά γεμάτο κλισέ είδους. Όμως εκείνη η ταινία του Αντουάν Φουκουά είχε νεύρο, ρυθμό και μια διαολεμένη pulp διάθεση που κρατούσε το θεατή μόνιμα απασχολημένο, προσφέροντας διασκέδαση ικανή να τον κρατήσει στην άκρη του καθίσματός του. Ατυχώς, στο καινούριο «Equalizer 2», ειρωνικά το πρώτο sequel της καριέρας του Γουάσινγκτον, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Αυτή τη φορά, ο ρυθμός της ταινίας είναι πολύ πιο χαλαρός, η αφηγηματική ένταση πολύ πιο ήπια και οι σκηνές δράσεις πολύ πιο άτσαλες και «εύκολες». Ο Φουκουά στην προσπάθεια να προσδώσει κοινωνική αιχμή στην ταινία, ρίχνει εκτενείς ματιές στον ανθρώπινο περίγυρο του ΜακΚολ, εστιάζοντας στους αδύναμους και τους καταπιεσμένους για τους οποίους αυτός αποζητά την δικαιοσύνη), μόνο που αντί να επιδείξει αληθινή ενσυναίσθηση απλά αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί με συνέπεια την καταγγελτική πλευρά της ιστορίας του.

Το «The Equalizer 2» κατά κάποιο τρόπο είναι ο λόγος που ο Γουάσινγκτον δεν έκανε sequel μέχρι τώρα. Και μάλλον θα είναι και ο λόγος που ο ηθοποιός δε θα ξαναπεί το «ναι» σε μελλοντική αντίστοιχη πρόταση.

Σκηνοθεσία: Αντουάν Φουκουά

Σενάριο: Ρίτσαρντ Γουένκ

Πρωταγωνιστούν: Ντένζελ Γουάσινγκτον (Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου για το «Ημέρα Εκπαίδευσης» το 2002, Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου & Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε ταινία για το «Γκλόρι, ο δρόμος για τη δόξα» το 1990, Χρυσή Σφαίρα Σέσιλ Μπ. Ντε Μιλ το 2016, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική ταινία για το «Τυφώνας: Η αληθινή ιστορία» το 2000, Αργυρή Άρκτος Καλύτερου ηθοποιού για το «Τυφώνας: Η αληθινή ιστορία» το 2000 και  για το «Μάλκολμ Χ» το 1993 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου, Tribute to Independent Vision Award στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 1993), Πέδρο Πασκάλ, Άστον Αντερς, Μπιλ Πούλμαν, Μελίσα Λίο (Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου & Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ γυναικείου ρόλου σε ταινία για το «The Fighter» το 2011), Όρσον Μπιν

Διάρκεια: 121 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=qyZhslnvH4k

Η Τζούλιετ, Γυμνή (Juliet, Naked)
του Τζέσι Πέρεζ

Η Άνι είναι μια «κοπέλα της διπλανής πόρτας», που ζει μια ζωή χωρίς συγκινήσεις, σε μια πανέμορφη παραθαλάσσια αγγλική κωμόπολη. Δουλεύει στο τοπικό μουσείο και μοιράζει το χρόνο της ανάμεσα στην αδελφή της με τα αλλεπάλληλα αποτυχημένα φλερτ της και στο σύντροφό της, Ντάνκαν, καθηγητή στο πανεπιστήμιο, ο οποίος, όμως, περισσότερο απ’ ό,τι στη δουλειά του και, ξεκάθαρα στην Άνι, αφιερώνει το χρόνο και τη λατρεία του στο ίνδαλμά του, τον ροκ σταρ των ’90ς Τάκερ Κρόου και το fan blog που έχει στήσει γι’ αυτόν.

Σ’ ένα ξέσπασμα αγανάκτησης για τον τυφλό θαυμασμό του Ντάνκαν, η Άνι θα δημοσιεύσει στο blog του μια ισοπεδωτικά αρνητική κριτική για ένα νεοανακαλυφθέν bootleg ενός ερωτικού τραγουδιού του Τάκερ Κρόου, του «Juliet, Naked»: μόνο που, αντί για την οργή του Ντάνκαν, το κείμενο θα προκαλέσει το ενδιαφέρον του Κρόου, που θα οδηγήσει σε μια αναπάντεχη γνωριμία του με την Άνι.

Το «Η Τζούλιετ, Γυμνή» είναι το έκτο μυθιστόρημα του αφηγητή της indie γενιάς Νικ Χόρνμπι και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρωταγωνίστρια είναι για ακόμα μια φορά η ποπ κουλτούρα. Ένα βαθιά ανθρώπινο και συναισθηματικό μυθιστόρημα, με οικείους χαρακτήρες και την εύθυμη και ειρωνική ματιά του Νικ Χόρνμπι.

Ντυμένο με την τρυφερή μελαγχολία της ασταμάτητης εφηβείας και του fandom, το φιλμ είναι μια τυπική ρομαντική κομεντί που προσθέτει στη βασική, απλοϊκή ιστορία της μικρά ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία που την κάνουν λίγο πιο αξιομνημόνευτη. Η ιδέα του αποκαθηλωμένου ινδάλματος, των προσωπικών μύθων που είναι πιο ουσιαστικοί από τους ποπ μύθους, των γυναικών που ζουν στη σκιά διάσημων αντρών, όλα αυτά κρύβονται κάπου μέσα στις συναντήσεις και τους διαλόγους της Άνι και των γύρω της, χωρίς ν’ αποκτούν ποτέ βάρος.

Αντίθετα, εκείνο που στην ταινία έχει το πάνω χέρι, είναι η γλυκιά αίσθηση της ελαφρότητας και μια λεπτή μελαγχολία: από τα ξύλινα σπίτια και το θαλασσινό γκρίζο του Κεντ, όπου γυρίστηκε η ταινία, μέχρι το βλέμμα της Άνι που θα ήθελε να έχει κάνει ένα παιδί, ενώ αποδέχτηκε να ζει μ’ ένα 40χρονο αγόρι. Το μεγάλο πλεονέκτημα της ταινίας είναι το πρωταγωνιστικό της τρίο. Ο Κρις Ο’Ντάουντ προκαλεί αντανακλαστικό χαμόγελο και μόνο με την παρουσία του, η Ρόουζ Μπερν ανταποκρίνεται τέλεια στο ρόλο της συνηθισμένης-με-κάτι-έξτρα ηρωίδας κι ο Ίθαν Χοκ είναι ιδανικός ως σέξι, ελαφρώς παρηκμασμένος, ακαταμάχητα γοητευτικός σταρ – καθόλου τυχαίο ότι οι φωτογραφίες του Τάκερ Κρόου που γεμίζουν τους τοίχους του Ντάνκαν, είναι η επετηρίδα φωτογραφήσεων και εξωφύλλων του ίδιου του ηθοποιού.

Σκηνοθεσία: Τζέσι Περέτζ (Βραβείο Γκράμι Καλύτερου μουσικού βίντεο μικρού μήκους για το «Foo Fighters: Learn to Fly» το 2001)

Σενάριο: Ευγενία Περέτζ, Ταμάρα Τζένκινς (Special Jury Recognition για το «Family Remains» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 1994), Τζιμ Τέιλορ (Όσκαρ Καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου σεναρίου σε ταινία & Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου για το «Πλαγίως» το 2005, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου σεναρίου σε ταινία για το «Σχετικά με τον Σμιντ» το 2003, Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου για το «Citizen Ruth» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1996)

Πρωταγωνιστούν: Ρόουζ Μπερν (Κύπελλο Βόλπι Καλύτερης ηθοποιού για το «The Goddess of 1967» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2000), Ίθαν Χοκ, Κρις Ο’Ντάουντ, Τζίμι Ο. Γιανγκ, Μέγκαν Ντοντς, Νίνα Σοσάνια, Μάικλ Τσάπμαν

Διάρκεια: 105 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=AOrYZX8yM_A

Τσε ο Επαναστάτης (Che: Part Two)
του Στίβεν Σόντερμπεργκ

Αμέσως μετά την Κουβανική Επανάσταση, ο Φιντέλ Kάστρο έχει βολευτεί στην εξουσία, όταν ο Τσε, ξαφνικά, εξαφανίζεται. Τα ίχνη του χάνονται κι ο λαός ανησυχεί. Ο Κάστρο τότε διαβάζει σε διάγγελμά του ένα προσωπικό γράμμα που του άφησε, εξηγώντας ότι πρέπει να φύγει, καθώς η Επανάσταση οφείλει να συνεχιστεί.

Δύο χρόνια μετά, τον βλέπουμε να εισβάλει (μεταμφιεσμένος ως «Ραμόν») στην Βολιβία, όπου θα προσπαθήσει να οργανώσει έναν αντίστοιχο ανταρτοπόλεμο με αυτόν της Κούβας – μια μικρή ομάδα από Κουβανούς συντρόφους και Βολιβιανούς νεοσύλλεκτους που θα ενώσουν δυνάμεις με τον ταλαιπωρημένο λαό, με σκοπό να συνεχίσουν τη μεγάλη απελευθερωτική επανάσταση της Λατινικής Αμερικής. Μόνο που οι αντιδράσεις δεν είναι ίδιες. Η Βολιβιανή επιχείρηση θα αποδειχθεί ένα μοιραίο λάθος και το τέλος του μεγάλου επαναστάτη.

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ συνεχίζει να προσεγγίζει την ιστορία του Τσε με την ίδια αφαιρετική αφήγηση. Ο τρόπος που μπαίνει με την κάμερα του στη μέση της σκηνής, στα μισά των διαλόγων, κατά τη διάρκεια της δράσης, η επιμονή του να μοντάρει διάσπαρτες στιγμές όλα συντελούν στο να νιώθει ο θεατής ότι βρίσκεται μπροστά σε κάτι πολύ πιο πολύ μεγάλο. Κάτι σημαντικότερο όλων. Κάτι, που μπορεί να καταγραφεί, κινηματογραφικά, μόνο μέσα από την ένωση των σημείων του.

Ο Σόντερμπεργκ δείχνει μεγαλύτερη ωριμότητα στο δεύτερο μέρος αυτής της  βιογραφίας. Αν η πρώτη ταινία δεν μπορεί να αποφύγει την εξιδανίκευση, ή ακόμα και την αγιοποίηση μίας τέτοιας θρυλικής ιστορικής φιγούρας, η δεύτερη αλλάζει ύφος, αγριεύει, σκοτεινιάζει, μελαγχολεί. Αυξάνει την ένταση κάθε φορά που θέλει να αποκαθηλώσει το όνειρο της Επανάστασης, να τονίσει ότι το σχέδιο του Κομαντάτε αποδείχθηκε μία αφελής ουτοπία – η Βολιβία ήταν μία πολύ διαφορετική χώρα, με άλλης νοοτροπίας λαό κι απροετοίμαστους, απρόθυμους «αντάρτες». Οι σκηνές του πλιάτσικου, της σύγκρουσης πολιτικών εγωισμών, της προδοσίας σε καταρρακώνουν. Όπως καταρράκωσαν και τον ηγέτη τους.

Όσο πλησιάζει το τέλος, τόσο πιο αθόρυβα κινείται η κάμερα. Ο Σόντερμπεργκ, με αυτοπεποίθηση, αποσυμπιέζει την ταινία σιωπηλά – χωρίς εξάρσεις, χωρίς κάθαρση, χωρίς επικά φινάλε. Μένουμε με τη ζούγκλα, τη σκόνη, την κούραση και την απογοήτευση. Χώμα και σιωπή. Και ένα άδοξο τίποτα. Το πτώμα του Τσε τυλιγμένο με μια κουβέρτα.

Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα το επικό σ’ ένα τέλος. Το σύστημα επικράτησε, η Επανάσταση δεν ηττήθηκε απλώς, χλευάστηκε, και την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές.

Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ (Όσκαρ Καλύτερης σκηνοθεσίας για το «Traffic» το 2001, Χρυσός Φοίνικας & FIPRESCI Prize για το «Σεξ, Ψέματα, και Βιντεοταινίες» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 1989, Βραβείο κοινού για το «Σεξ, Ψέματα, και Βιντεοταινίες» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 1989)

Σενάριο: Πίτερ Μπούκμαν

Πρωταγωνιστούν: Μπενίσιο ντελ Τόρο (Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου και Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε ταινία για το «Traffic» το 2001, Ασημένια Άρκτος Καλύτερου ηθοποιού για το «Traffic» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2001, Βραβείο Καλύτερου ηθοποιού για τα «Τσε: Ο Αργεντίνος» & «Che: Part Two» το 2008, Tribute to Independent Vision Award στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 2002, Βραβείο Κοινού για το «21 γραμμάρια» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2003), Ροντρίγκο Σαντόρο (Chopard Trophy στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2004), Ντεμιάν Μπιτσίρ, Καταλίνα Σαντίνο Μορένο (Ασημένια Άρκτος Καλύτερης ηθοποιού για το «Κεχαριτωμένη Μαρία» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2004), Φράνκα Ποτέντε (EFP Shooting Star στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 1998), Νόρμαν Σαντιάγκο, Χοακίμ Ντε Αλμέιντα

Διάρκεια: 134 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=b3qd0T02ZHs

Γλυκιά Πατρίδα (Sweet Country)
του Γουόρικ Θόρντον

Το φιλμ, τοποθετημένο στο απομακρυσμένο Άλις Σπρινγκς, παίρνει τα δεδομένα της εποχής ακριβώς ως έχουν: οι λευκοί έποικοι είναι οι αφέντες, οι Αβορίγινες ντόπιοι είναι πια κάτι λιγότερο από δούλοι. Όμως ανάμεσα τους, θα βρεις ανθρώπους όπως ο ιεροκήρυκας Φρεντ Σμιθ του Σαμ Νιλ, ο οποίος συμπεριφέρεται στους εργάτες του με μια αίσθηση ισότητας που κάθε άλλο παρά αποτελεί τον κανόνα της εποχής.

Όταν ο Χαρι, ένας νεοφερμένος γείτονας με τα τραύματα του πολέμου έντονα ακόμη στην ψυχοσύνθεση του θα ζητήσει από το Σμιθ να του δανείσει τον εργάτη του Σαμ και τη γυναίκα του για να τον βοηθήσουν μια δυο μέρες στο κτήμα του, το πρώτο ντόμινο μιας επικείμενης τραγωδίας, θα έχει ήδη πέσει. Και το επόμενο θα είναι η δολοφονία του από τον Σαμ, σε μια ξεκάθαρη περίπτωση αυτοάμυνας, που όμως δεν θα αφήσει στον φτωχό εργάτη και τη γυναίκα του καμιά άλλη επιλογή από το να το σκάσουν, αφού αν σκοτώσεις έναν λευκό, προφανώς δεν υπάρχει καμιά άλλη κατάληξη για έναν Αβορίγινα, από την κρεμάλα.

Οι δυο φυγάδες θα βρουν καταφύγιο σε μια φύση που ξέρουν καλά, όσο η αστυνομία μαζί με τον Σμιθ που βρίσκεται εκεί για να βεβαιωθεί ότι ο Σαμ θα γυρίσει πίσω ζωντανός, θα τους αναζητήσουν.

Η ταινία από την Αυστραλία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Επίσημο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα του Φεστιβάλ Βενετίας όπου και απέσπασε το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής, στη συνέχεια κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα Platform στο Φεστιβάλ του Τορόντο, ενώ κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και στα Asia Pacific Screen Awards όπου διακρίνονται οι καλύτερες ταινίες της χρονιάς από τις χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού Ωκεανού.

Με αφετηρία αληθινά περιστατικά που συγκλόνισαν την Αυστραλία της δεκαετίας του 1920, ο Γουόρικ Θόρντον συνθέτει με τις επιβλητικές σινεμασκόπ εικόνες του ένα μοντέρνο, απόλυτα επίκαιρο, γουέστερν, ύμνο στην ανθρωπιά και την ελευθερία και ταυτόχρονα αιχμηρή καταγγελία απέναντι στη βία κάθε μορφής εξουσίας.

Σκηνοθεσία: Γουόρικ Θόρντον (Generation Kplus / Crystal Bear για το «Nana» το 2008 & Panorama Short Film Award για το «Green Bush» το 2005 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου, Golden Camera για το «Samson and Delilah» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2009, Special Jury Prize για το «Γλυκιά Πατρίδα» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2017)

Σενάριο: Ντέιβιντ Τράντερ, Στίβεν ΜακΓκρέγκορ

Πρωταγωνιστούν: Σαμ Νιλ, Μπράιαν Μπράουν, Ματ Ντέι, Άνι Φίνστερ, Γιούεν Λέσλι, Τόμας Μ. Ράιτ, Χάμιλτον Μόρις, Σωτήρης Τζέλιος

Διάρκεια: 113 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=KLvRCRMqRTQ

Ο Κατάσκοπος που με παράτησε (The Spy Who Dumped Me)
της Σουζάνα Φόγκελ

Η ταινία εξαπολύει δύο συνηθισμένες – και φαινομενικά εξίσου ακατάλληλες για το σπορ – γυναίκες σε ένα ανάλογα επικίνδυνο παιχνίδι διεθνούς ίντριγκας και συνωμοσιών.

Η Όντρει και η Μόργκαν είναι δύο 30άρες κολλητές φίλες που ζουν στο Λος Άντζελες και τελείως απρόσμενα βρίσκονται μπλεγμένες σε μία διεθνή συνομωσία όταν ο πρώην φίλος της Όντρει εμφανίζεται στο διαμέρισμα τους με μία ομάδα αδίστακτων εκτελεστών να τον ακολουθεί. Εκπλήσσοντας ακόμα και τους ίδιους τους τους εαυτούς οι δύο κοπέλες ορμούν στη δράση καταστρώνοντας ένα σχέδιο για να σώσουν τον κόσμο ενώ τις αναζητούν στην Ευρώπη διάφοροι εκτελεστές αλλά και ένας γοητευτικός αλλά ύποπτος Άγγλος πράκτορας.

Η ταινία της Σουζάνα Φόγκελ ξεδιπλώνει το παραδοσιακά κοσμοπολίτικο φόντο που θα αποτελέσει το σκηνικό για ένα θηλυκό buddy movie καμουφλαρισμένο ως εκκεντρική κατασκοπική παρωδία. Διανθισμένο με φρενήρεις καταδιώξεις και με απρόσμενα βίαιες κι αιματηρές σκηνές δράσης που μοιάζουν ολότελα παράταιρες σε μια χολιγουντιανή κομεντί, το φιλμ υποφέρει από την έλλειψη συνοχής τόσο στο ύφος όσο και στο ισχνό σενάριό της, όμως την ίδια στιγμή ο αλλοπρόσαλλος αυτός συνδυασμός είναι που το κάνει να ξεφεύγει ελαφρώς από τα αναμενόμενα και να κρατά το ενδιαφέρον.

Τα αστεία δεν είναι πάντα ακριβώς καλόγουστα, καταφεύγοντας συχνά σε φτηνό χιούμορ, όμως η χημεία ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες δεν παύει ποτέ να τις κάνει συμπαθείς, σε μια ιστορία αποφασισμένη να δικαιώσει κάθε γυναίκα που προσπάθησε να μπει σε ανδρικούς ρόλους ενώ κανείς δεν πίστευε ότι μπορεί να τα καταφέρει.

Σκηνοθεσία: Σουζάνα Φόγκελ

Σενάριο: Σουζάνα Φόγκελ, Ντέιβιντ Άϊσερσον

Πρωταγωνιστούν: Μίλα Κούνις (Marcello Mastroianni Award για το «Μαύρος Κύκνος» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2010), Κέιτ ΜακΚίνον, Τζάστιν Θερού, Σαμ Χιούαν, Χασάν Μινχάι, Κεβ Άνταμς

Διάρκεια: 117 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=XSCkrlCjpwQ

Στις τρεις Κορυφές (Three Peaks)
του Γιαν Ζαμπέιλ

Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο, όπως επισημαίνει το διάσημο ρητό, και η ιδιόμορφη νεογέννητη οικογένεια της ταινίας παλεύει να βρει την ισορροπία της και τελικά την ευτυχία, όσο αντικρουόμενα συναισθήματα δυναμιτίζουν την ατμόσφαιρα.

Ο Άαρον προσκαλεί τη σύντροφό του, Λέα, και τον οκτάχρονο γιο της, Τρίσταν, σε μια εκδρομή στο βουνό. Αντί για μια αρμονική έναρξη της καινούργιας τους ζωής μαζί, το ταξίδι τούς επιφυλάσσει πολλά και δύσκολα εμπόδια, καθώς οι τρεις τους μάχονται για τη θέση τους στη νέα οικογένεια.

Ψηλά στην περιοχή των Τριών Κορφών, ο Άαρον και ο Τρίσταν έρχονται αντιμέτωποι με την αγάπη και το φόβο που τρέφουν ο ένας για τον άλλο, ενώ η Λέα βρίσκεται ανάμεσά τους, προσπαθώντας να σταθεροποιήσει το ιδιόμορφο αυτό τρίγωνο.

Στην προσπάθειά του να κερδίσει την αποδοχή του αγοριού, που δείχνει μια ολοένα και πιο επιθετική συμπεριφορά απέναντί του, ο Άαρον παίρνει τον Τρίσταν ψηλά στο βουνό. Όταν, όμως, έρθει η ομίχλη και o Άαρον χάσει το μικρό, το υπόγειο παιχνίδι εξουσίας ανάμεσά τους παίρνει μια επικίνδυνη τροπή.

Έχοντας κερδίσει το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν για το ντεμπούτο του «The River Used to Be a Man», ο Γιαν Ζαμπέιλ επανέρχεται με μια ιστορία στην οποία ταυτότητες και συναισθηματικοί δεσμοί καταρρέουν στην σκιά παλαιολιθικών κοινωνικών εννοιών, όπως αυτή της «παραδοσιακής» μονοπυρηνικής οικογένειας.

Ξεκινώντας ως ένα δράμα για την επώδυνη διαδικασία δημιουργίας μιας νέας οικογένειας και καταλήγοντας ως ένα ψυχολογικό θρίλερ επιβίωσης, το φιλμ κόβει την ανάσα όσο ανατέμνει δεξιοτεχνικά την περίπλοκη αλληλεπίδραση των χαρακτήρων του, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις εν γένει, με ταιριαστό φόντο την φαινομενικά ειδυλλιακή, αλλά στην πραγματικότητα γεμάτη κινδύνους, ορεινή φύση.

Για να συνθέσει ο Ζαμπέιλ ένα πορτρέτο τόσο ακριβές και υπαινιχτικό μέσα στην κυριολεκτική και μεταφορική παγωνιά, πρέπει να έχει δει την «Ανωτέρα Βία» του Σουηδού Ρόμπερτ Οστλουντ τουλάχιστον μια φορά. Παρά την ομοιότητα στο στιλ, η παραλλαγή του είναι εξόχως δημιουργική. Αφενός γιατί βάζει μέσα στη μελέτη της μάχης των φύλων το παιδί, ως εντελώς πρωταγωνιστικό καταλυτικό παράγοντα. Και αφετέρου επειδή εξελίσσει το δράμα σε ένα βραδυφλεγές θρίλερ επιβίωσης που σε κάνει να ψάχνεις για οξυγόνο, χωρίς υπερβολή.

Σκηνοθεσία: Γιαν Ζαμπέιλ

Σενάριο: Γιαν Ζαμπέιλ

Πρωταγωνιστούν: Αλεξάντερ Φέλινγκ (EFP Shooting Star στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2011), Μπερενίς Μπεζό (Βραβείο Καλύτερης ηθοποιού για «Το παρελθόν» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2013, Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου για το «The Artist» το 2012), Αριάν Μοντγκόμερι

Διάρκεια: 94 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=XM8FPWnMGKA

Ο Λούης και οι Εξωγήινοι (Luis and the Aliens)
των Βόλφγκανγκ Λαουενστάιν, Κρίστοφ Λαουενστάιν, Σον ΜακΚόρμακ

Tι θα έκανες αν ξαφνικά ερχόσουν πρόσωπο με πρόσωπο με έναν, ή μάλλον τρεις εξωγήινους; Σε αυτή την ξεκαρδιστική ιστορία κινουμένων σχεδίων για όλη την οικογένεια, ένα μικρό αγόρι θα προσπαθήσει να λύσει τα προβλήματά του με τη βοήθεια των τριών θεότρελων νέων φίλων του, που τυχαίνει να μην είναι από το δικό μας πλανήτη.

Όταν ο μπαμπάς σου είναι φανατικός της άποψης ότι υπάρχουν εξωγήινοι, η ζωή δεν είναι εύκολη – ούτε και πολύ φυσιολογική. Παρά την αγάπη του για εκείνον, ο 12χρονος Λούης δεν πιστεύει τους ισχυρισμούς του πατέρα του, οπότε η έκπληξή του είναι τεράστια όταν τρεις ατζαμήδες μικροί εξωγήινοι – ο Μογκ, ο Ναγκ και ο Γουάμπο – προσγειώνονται ξαφνικά μπροστά του.

Ενθουσιασμένος με την αναπάντεχη αυτή συνάντηση, ο Λούης θέλει να μοιραστεί με τον πατέρα του το φανταστικό αυτό νέο, αλλά συνειδητοποιεί ότι εκείνος θέλει να «παγώσει» και να μελετήσει τους καινούργιους του φίλους.

Στο μεταξύ, ο Λούης και οι τρεις εκκεντρικοί του φίλοι θα ζήσουν μια ξεκαρδιστική, ανατρεπτική περιπέτεια στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν οι εξωγήινοι σπίτι τους. Μήπως ο Λούης θα έπρεπε να φύγει μαζί τους για να ξεφύγει από τα γήινά του προβλήματα; Ή μήπως μερικές φορές πρέπει να φτάσεις μέχρι τα άστρα για να βρεις το πού ανήκεις πραγματικά;

Ζωγραφισμένο με αναφορές σε όλη την (προ)ιστορία του διεθνούς animation και με χαρακτήρες που διαθέτουν διακριτή προσωπικότητα, το φιλμ μοιάζει να περνάει εύκολα το μέσο όρο των ευρωπαϊκών animation που προσπαθούν να αντιγράψουν τα αμερικάνικα. Και για τουλάχιστον το πρώτο μέρος του, προϊδεάζει για όχι ακόμη ένα φιλμ κινουμένων σχεδίων που θα γεμίσει τις απογευματινές προβολές στις αίθουσες μόνο μεταγλωττισμένο και με target group παιδιά του δημοτικού και μόνο. Ωστόσο χάνει γρήγορα τη σπιρτάδα και τη γοητευτική μελαγχολία του.

Μερικές φορές αρκεί να κοιτάξεις ψηλά για να καταλάβεις τι συμβαίνει κάτω από τα πόδια σου. Πράγμα που ισχύει γενικά αλλά και στην περίπτωση αυτής της ταινίας που το νιώθεις ότι είχε το υλικό να ταξιδέψει ακόμη και έναν υποψιασμένο θεατή, αλλά προτίμησε να μην ανεβάσει ταχύτητα προς το άγνωστο, μένοντας σε μια διαρκή τροχιά του γνώριμου.

Σκηνοθεσία: Βόλφγκανγκ Λαουενστάιν (Όσκαρ Καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους για το «Balance» το 1990), Κρίστοφ Λαουενστάιν (Όσκαρ Καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους για το «Balance» το 1990), Σον ΜακΚόρμακ

Σενάριο: Βόλφγκανγκ Λαουενστάιν, Κρίστοφ Λαουενστάιν

Με τις φωνές των: Χαρά Κατσίκα, Ροζαλία Παπαϊωάννου, Θεολόγος Λινάκης, Άγγελος Λιάγκος

Διάρκεια: 86 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=6eTzlZTPQVU

Ωραίο μου Διαζύγιο (Brillantissime)
της Μισέλ Λαρόκ

Η Άντζελα μοιάζει να ζει μια ονειρεμένη ζωή στη Νίκαια σε ένα όμορφο διαμέρισμα με τον αγαπημένο της σύζυγο και την έφηβη κόρη της. Την παραμονή των Χριστουγέννων όμως όλα μοιάζουν να καταρρέουν, όταν ο σύζυγός της ξαφνικά την εγκαταλείπει. Τότε η Άντζελα αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή της.

Ένα πραγματικό στοίχημα, καθώς θα πρέπει να το κατορθώσει σε πείσμα της νευρωτικής κολλητής της, της τυραννικής μητέρας της και του ψυχιάτρου της με τις πειραματικές μεθόδους θεραπείας. Η αισιόδοξη Άντζελα ανανεώνει την προβληματική σχέση με την έφηβη κόρη της και ανοίγει τα φτερά της στη νέα ζωή ως ελεύθερη γυναίκα πια, γεμάτη όρεξη για καινούργιες περιπέτειες. Η νέα ζωή της δείχνει να έχει πολλές υποσχέσεις πια. Αλλά και πολλές ανατροπές…

Η Μισέλ Λαρόκ θέλει να μιλήσει για τη μέση όμορφη και δυνατή γυναίκα που χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της όταν μένει μόνη, αλλά οφείλει να βρει τον τρόπο να σταθεί ξανά στα πόδια της. Και ως ηθοποιός ενδεχομένως αφήνει ελάχιστα ψήγματα πραγματικής κωμικής συγκίνησης σε μια διαδρομή που διασχίζει την αμηχανία, την αποφασιστικότητα, τη γκάφα και το εμπόδιο.

Σαν σκηνοθέτης όμως, επιλέγει τον γνωστό τόνο των κωμωδιών της σειράς που αδυνατούν να ξεχωρίσουν τη νεύρωση από την υστερία, απλώνοντας πάνω στο καμβά μιας  ανώδυνης τελικά ιστορίας μια διαλεκτική που δεν αφορά ούτε μια σύγχρονη γυναίκα, ούτε ένα σύγχρονο θεατή. Σκόρπιες ιδέες και ακόμη πιο σκόρπια κλισέ γίνονται τα ασύνδετα μεταξύ τους κομμάτια ενός φτηνού φωτορομάντζου που προσποιείται ότι δεν ανακυκλώνει όλα όσα καλό θα ήταν να μην ξαναδούμε στο σινεμά.

Σκηνοθεσία: Μισέλ Λαρόκ

Σενάριο: Λιονέλ Ντουτάμπλ, Μισέλ Λαρόκ, Μπεντζαμίν Μοργκέν

Πρωταγωνιστούν: Μισέλ Λαρόκ, Καντ Μεράντ (Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου για το «Je vais bien, ne t’en fais pas» το 2007), Φρανσουάζ Φαμπιάν, Ρόσι Ντε Πάλμα, Ζεράρ Νταρμόν, Πασκάλ Ελμπέ

Διάρκεια: 95 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=gE7oKkf3Odg