Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους (γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 30.8.2018)

Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους…

γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 30.8.2018
μπλογκ στο «Ζω Φωκίδα!»: Σινεφίλ

Λίγο πριν ρίξει την αυλαία του ο Αύγουστος, πλήθος νέων ταινιών κάνουν πρεμιέρα τις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Αναλυτικά το μενού περιέχει μία εκρηκτική αποστολή για 6η φορά, μία δυστοπική ταινία επιστημονικής φαντασίας, μία ταινία από το Μεξικό που συγκινεί στα ταξίδια της στον κόσμο, το πρώτο μέρος του έπους του Στίβεν Σόντερμπεργκ για τη θρυλική φιγούρα του Τσε Γκεβάρα, μια κωμωδία για όλη την οικογένεια, τη μεταφορά ενός best-seller στη μεγάλη οθόνη και μία πολιτική σάτιρα που ζωντανεύει τον εφιάλτη του φασισμού στο σήμερα.

Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση (Mission: Impossible – Fallout)
του Κρίστοφερ ΜακΚουάρι

Στο κινηματογραφικό franchise των «Επικίνδυνων Αποστολών», Ιθαν Χαντ ήταν και είναι ο Τομ Κρουζ, εδώ και 22 χρόνια. Και θα είναι και για τα επόμενα 22, ως φαίνεται. Δεν τον πτοεί που πάτησε τα 56. Ούτε που φεύγει με ραγισμένο αστράγαλο από τα γυρίσματα, ατύχημα που έπαθε κατά τη διάρκεια μιας σκηνής που έπρεπε να πηδήξει στην απέναντι ταράτσα.

Πηδάει από σκεπές, τρέχει σαν σπρίντερ, κρέμεται από βράχια, επιδίδεται σε sky diving, καβαλάει ανάποδα μηχανές στα Ηλύσια Πεδία και πάρα πολλά άλλα στην έκτη κατά σειρά «Αποστολή» του. Για κασκαντέρ ούτε λόγος.

Στην «Πτώση», όπου ο κύκλος των αποκηρύξεων και των προδοσιών καλά κρατεί από τα προηγούμενα κεφάλαια των «Αποστολών», ο Χαντ και η ομάδα του παλεύουν να σώσουν τον κόσμο από πυρηνικές κεφαλές που εμπορεύεται ο έγκλειστος πρώην πράκτορας της παρακυβερνητικής IMF (Impossible Missions Force) Σόλομον Λέιν και σχεδιάζει να ανατινάξει σε κομβικά μέρη του πλανήτη μέσω ενός αινιγματικού βοηθού. Έχοντας αποτύχει σε πρώτη φάση να τις συλλέξει σε μια αποστολή στο Βερολίνο, ο Χαντ πρέπει να συνεχίσει να τις ψάχνει σε Παρίσι και Λονδίνο, διά μεσαζόντων στη μυστική αγοραπωλησία τους. Και να υπομένει τον σφίχτη που του έχει φορτώσει η CIA ως βοηθό και ελεγκτή.

Αυτή είναι η υπόθεση την οποία μαθαίνουμε στα πρώτα δέκα λεπτά και από εκεί και ύστερα χωρίς κανένα χάσιμο χρόνου, η περιπέτεια θα ξεκινήσει. Βερολίνο, Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Ζηλανδία τα σκηνικά όπου ο σκηνοθέτης Κρίστοφερ ΜακΚουάρι θα δώσει ένταση και αξιομνημόνευτες σκηνές καταδίωξης, μέχρι να ολοκληρωθούν τα πρώτα 15 λεπτά της ταινίας.

Χωρίς να δείχνει κανένα σημάδι κινηματογραφικής κόπωσης, αντιθέτως η ταινία ανανεώνει την σειρά που ξεκίνησε 22 χρόνια πριν, με τον Μπράιαν ντε Πάλμα στη σκηνοθεσία αλλά και τον Τομ Κρουζ ως σταθερή αξία πλέον στον συγκεκριμένο ρόλο. Ας συνεχίσει έτσι και για την δική μας κινηματογραφική απόλαυση.

Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ ΜακΚουάρι (Όσκαρ Καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου και Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου για το «Συνήθεις ύποπτοι» το 1996, Ειδικό Βραβείο επιτροπής για το «Public Access» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 1993)

Σενάριο: Κρίστοφερ ΜακΚουάρι

Πρωταγωνιστούν: Τομ Κρουζ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε ταινία για το «Μανόλια» το 2000, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μουσική ή κωμική ταινία για το «Τζέρι Μαγκουάιρ» το 1997, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική ταινία για το «Γεννημένος την 4η Ιουλίου» το 1990), Χένρι Κάβιλ, Βινγκ Ρέιμς (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Don King: Only in America» το 1998), Σάιμον Πεγκ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Σον Χάρις, Άντζελα Μπάσετ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε μουσική ή κωμική ταινία για το «Τίνα» το 1994), Άλεκ Μπάλντουιν (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μουσική ή κωμική σειρά για το «30 Rock» το 2010, 2009 & 2007, Ασημένια Άρκτος Εξαίρετης Καλλιτεχνικής Συμβολής για το «Ο καθοδηγητής» στο διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2007), Βανέσα Κίρμπι, Μισέλ Μόναγκαν, Φρέντερικ Σμιντ, Γουές Μπέντλεϊ

Διάρκεια: 147 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=aCbX9f7Aa-0

Upgrade
του Λι Γουανέλ

Μετά την άγρια δολοφονία της γυναίκας του κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά βίαιης ληστείας που άφησε και τον ίδιο παράλυτο από το κεφάλι και κάτω, ο Γκρέι Τρέις δέχεται την πρόταση ενός δισεκατομμυριούχου εφευρέτη για μια πειραματική θεραπεία που θα «αναβαθμίσει» το κορμί του.

Η θεραπεία -ένα εμφύτευμα τεχνητής νοημοσύνης που λέγεται «στέλεχος»- δίνει στον Γκρέι μοναδικές σωματικές ικανότητες και τη δυνατότητα να πάρει αιματηρή εκδίκηση τόσο για τη δολοφονία της γυναίκας του όσο και τη δική του παράλυση.

Η ταινία είναι απότοκο της πετυχημένης τηλεοπτικής σειράς Black Mirror και επηρεασμένη από την μυθολογία του Εξολοθρευτή και του Matrix. Ο 41χρονος Αυστραλός ηθοποιός Λι Γουανέλ (είχε ένα μικρό ρόλο στο Matrix Reloaded), πλέον ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος, μιμείται και το κάνει και με πολύ ωραίο τρόπο.

Πρωταγωνιστής είναι ο γοητευτικός Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν, ο οποίος αν και είναι γόνος θεατρικής οικογένειας, σαγηνεύτηκε από την κάμερα. Ουσιαστικά αυτός είναι όλη η ταινία, καθώς εκφράζει το σύγχρονο φόβο του ανθρώπου για την τεχνητή νοημοσύνη και την εικονική πραγματικότητα.

Η κάμερα κινείται με ενδιαφέροντα τρόπο, η διάρκεια του φιλμ είναι τόση όση ενώ η δράση κυριαρχεί σε ισορροπία με την ουσία της ιστορίας. Ο Γουανέλ αποθεώνει το στιλιζάρισμα και τις θεματικές ταινιών από τα ’80s, στις οποίες το νουάρ συναντά την τεχνολογία, και το εκπληκτικό σάουντρακ του Τζεντ Πάλμερ, γεμάτο ονειρικά synths, είναι ιδανικός συνοδός. Το εικαστικά δελεαστικό ύφος του πλαισιώνει μια αλληλουχία άρτια εκτελεσμένων σεκάνς δράσης, γεμάτων γραφικές σκηνές βίας με αξέχαστες gore στιγμές και απενοχοποιημένο χιούμορ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ταινία προκάλεσε τρελούς πανηγυρισμούς στη μεταμεσονύκτια πρεμιέρα του στο γνωστό Φεστιβάλ SXSW στο Τέξας (όπου τιμήθηκε με το βραβείο κοινού) και σε limited release προβολές της στις αμερικανικές αίθουσες, απέσπασε τις καλύτερες κριτικές, με αποτέλεσμα να ξεπεράσει κάθε εισπρακτική πρόβλεψη στο box-office (βρέθηκε στο Νο6, με 4.670.905 δολάρια από 1.457 οθόνες μονάχα).

Σκηνοθεσία: Λι Γουανέλ

Σενάριο: Λι Γουανέλ

Πρωταγωνιστούν: Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν, Μπέτι Γκάμπριελ, Χάρισον Γκίλμπερτσον, Άμπι Κρέιντεν, Μπένεντικτ Χάρντι, Ρίτσαρντ Κόθορν, Κρίστοφερ Κίρμπι, Σάιμον Μέιντεν

Διάρκεια: 100 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=kJW8oEu4WS0

Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα (Sueño en Otro Idioma)
του Ερνέστο Κοντρέρας

Ο Μαρτίν είναι ένας νεαρός, παθιασμένος γλωσσολόγος. Στο πλαίσιο της έρευνάς του πηγαίνει στην μεξικάνικη ενδοχώρα, σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου παλιότερα μιλιόταν από τους ιθαγενείς η γλώσσα Ζικρίλ. Πλέον, την μιλάνε μόλις τρεις μεγάλης ηλικίας άνθρωποι στον κόσμο: μια γυναίκα και δύο άντρες.

Όταν η γυναίκα πεθαίνει, μένουν μόνον ο δον Εβαρίστο και ο δον Ισάουρο, ως οι μοναδικοί που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη γλώσσα. Ο Μαρτίν θέλει να τους βάλει να συνομιλήσουν έτσι ώστε να καταγράψει τους διαλόγους τους και να μελετήσει τη γλώσσα προκειμένου να τη διατηρήσει ζωντανή.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: οι δύο γέροι χωρικοί είναι μαλωμένοι και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα εδώ και 50 χρόνια. Για ποιον λόγο μάλωσαν οι δύο τους, ενώ στα νιάτα τους ήταν κολλητοί φίλοι; Μήπως ευθύνεται μια γυναίκα για τον καυγά τους; Ή υπάρχει κάποιο άλλο καλά κρυμμένο μυστικό; Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για να βρει κανείς εξιλέωση; Πού βρίσκεται αυτό το εξωτικό μέρος όπου λέγεται πως κατοικεί η αληθινή αγάπη; Και είναι σήμερα η γλώσσα που μιλούν οι ερωτευμένοι καταδικασμένη να μείνει αμετάφραστη;

Η καινούρια ταινία των μεξικανών αδελφών Κοντρέρας καταπιάνεται με ένα ομολογουμένως πρωτότυπο και αξιοπρόσεκτο θέμα: την εξαφάνιση μη διαδεδομένων, ανάδελφων γλωσσικών ιδιωμάτων της υφηλίου, που σβήνουν μαζί με τους τελευταίους χρήστες-ομιλητές τους υπό το φως της παγκοσμιοποιημένης ομοιομορφίας.

Η στρώση μυστηρίου με την οποία μπολιάζει την ιστορία του το δημιουργικό δίδυμο, πετυχαίνει να αποκτήσει υπόσταση και βάρος από τη στιγμή που στην εξίσωση ενσωματώνεται ο μεταφυσικός αλληγορικός χαρακτήρας του σεναρίου. Από μια ιδιότυπη ατμοσφαιρική κλίμακα ξεπετάγεται ένας ακαταμάχητος εικονοκλαστικός δυναμισμός και μια αύρα μαγικού ρεαλισμού που θαμπώνει το βλέμμα του θεατή.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα επί ελληνικού εδάφους στο περσινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, απέσπασε πέντε βραβεία Άριελ, μεταξύ των οποίων, καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, και φωτογραφίας καθώς επίσης και το Βραβείο κοινού στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ του Sundance.

Σκηνοθεσία: Ερνέστο Κοντρέρας (Βραβείο κοινού το 2017 και  Sundance Institute/Mahindra Global Filmmaking Award το 2011 για το «Sueño en otro idioma» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance, Ειδικό βραβείο επιτροπής για το «Párpados azules» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 2008)

Σενάριο: Κάρλος Κοντρέρας

Πρωταγωνιστούν: Φερνάντο Αλβάρεζ Ρεμπέλ, Χοσέ Μανουέλ Πονσέλις, Ελίγιο Μελέντεζ, Φάτιμα Μολίνα, Χουάν Πάμπλο ντε Σαντιάγο, Χοσέ Μελέντε, Νόρμα Αντζέλικα, Μόνικα Μιγκέλ, Νικολάσα Ορτίς Μοναστέριο

Διάρκεια: 103 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=CQuCmE967tU

Τσε: Ο Αργεντίνος (Che: Part One)
του Στίβεν Σόντερμπεργκ

Βρισκόμαστε στο Μεξικό, το Νοέμβριο του 1956. Ο Φιντέλ Κάστρο σαλπάρει για την Κούβα, με 82 αντάρτες σε ετοιμότητα και με σκοπό να ανατρέψει τον δικτάτορα Μπατίστα. Ανάμεσά τους κι ο νεαρός Αργεντίνος γιατρός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – ένας ιδεαλιστής επαναστάτης. Διασχίζοντας το εσωτερικό της χώρας, ως διοικητής των ανταρτών, ο Τσε στήριξε την Επανάσταση καθοριστικά: από το να εμπνεύσει τους φτωχούς αγρότες να τον ακολουθήσουν και να μυήσει το στρατό του σε τακτικές μοντέρνου ανταρτοπόλεμου, μέχρι να προσφέρει ιατρική περίθαλψη, όχι μόνο στους πολεμιστές του, αλλά στον εγκαταλειμμένο λαό που συναντούσε στην πορεία του.

Στο πρώτο μέρος του μεγαλόπνοου έπους του, ο Στίβεν Σόντερμπεργκ ακολουθεί τον Τσε από τις ζούγκλες της Κούβας, μέχρι την νικηφόρο επέλαση στην Αβάνα το 1959. Τη δράση διακόπτει τακτικά η διάσημη ομιλία του Κομαντάντε στα Ηνωμένα Έθνη στη Νέα Υόρκη, το 1964, που άφησε ιστορία.

Ο Σόντερμπεργκ σκηνοθετεί στην ουσία μία ταινία – την άνοδο και την πτώση του Τσε σε μία κινηματογραφική και ιστορική διατριβή 262 λεπτών- άσχετα αν κρίθηκε δόκιμο να κοπεί στη μέση για εμπορικούς λόγους. Στο πρώτο μέρος, ο σεναριογράφος Πίτερ Μπούκμαν μάς δίνει ψήγματα από τη γέννηση της Επανάστασης και πώς ο Τσε της έδωσε την ιδεολογική της υπόσταση, όσο  Σόντερμπεργκ παίρνει την κάμερα στον ώμο, κατακερματίζει το χρόνο και συλλέγει στιγμές, εικόνες και συναισθήματα. Είναι προφανές ότι τον ενδιαφέρει η Ιστορία, αλλά ακόμα περισσότερο η ιστορία του ήρωά του.

Ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο, πέρα από την ανατριχιαστική ομοιότητα με τον Τσε, συνθέτει μία ερμηνεία τόσο αβίαστη, τόσο νατουραλιστική και, ταυτόχρονα, τόσο μελετημένη στη λεπτομέρεια. Μία ερμηνεία μέσα στην ερμηνεία: ο ιδεολόγος γιατρός που παραδίδει τα σκήπτρα στον ηγέτη. Ο θεωρητικός που οφείλει να αποδείξει την εγκυρότητα της Επανάστασης με πράξεις. Ο ιδιωτικός άνθρωπος που εγκαταλείπει ένα κομμάτι του εαυτού του για να βγει μπροστά, να γίνει το πρόσωπο, το λάβαρο των αγώνων.

«Για να υποδυθώ τον Τσε ακολούθησα μια εντελώς διαφορετική διαδικασία σε σχέση με άλλες ταινίες που έχω κάνει επειδή πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, ξεκινάς από τον ίδιο και τα γραπτά του. Αυτό μας οδήγησε σε 7 χρόνια έρευνας για να βρούμε ό,τι έχει γραφτεί από άλλους γι’ αυτόν. Όμως, εγώ πάντα επέστρεφα σε αυτά που είχε γράψει ο ίδιος» ομολογεί ο συμπαραγωγός και πρωταγωνιστής της ταινίας.

«Βρήκα ελκυστική την ιστορία του Τσε σαν θέμα για μία ταινία (ή δύο) όχι μόνο επειδή η ζωή του μοιάζει με περιπέτεια αλλά επειδή βρίσκω συναρπαστικές τις δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπίσει όποιος θέλει να εφαρμόσει στην πράξη μια πολιτική θεωρία. Ήθελα να αποδώσω με λεπτομέρεια τη ψυχολογική και σωματική δύναμη που απαιτούνται για δύο εκστρατείες τέτοιου μεγέθους καθώς και τη διαδικασία που οδηγεί έναν άνθρωπο με ακλόνητη θέληση να ανακαλύψει την ικανότητα που διαθέτει να εμπνέει και να καθοδηγεί τους άλλους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης.

Ακόμα κι αν η ιστορία των τελευταίων 50 χρόνων μπορεί να τεστάρει τον κυνισμό μας απέναντι στην ιδεολογία, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Σόντερμπεργκ για αφελή αγιοποίηση της φιγούρας του Τσε. Ο μαγνητισμός, η γοητεία και η δύναμη της αλήθειας του είχαν ένα τέτοιο εκτόπισμα, που αν δεν ήταν ιστορικό πρόσωπο, το ίδιο το σινεμά θα έπρεπε να τον εφεύρει.

Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ (Όσκαρ Καλύτερης σκηνοθεσίας για το «Traffic» το 2001, Χρυσός Φοίνικας & FIPRESCI Prize για το «Σεξ, Ψέματα, και Βιντεοταινίες» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 1989, Βραβείο κοινού για το «Σεξ, Ψέματα, και Βιντεοταινίες» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 1989)

Σενάριο: Πίτερ Μπούκμαν

Πρωταγωνιστούν: Μπενίσιο ντελ Τόρο (Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου & Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε ταινία για το «Traffic» το 2001, Ασημένια Άρκτος Καλύτερου ηθοποιού για το «Traffic» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2001, Βραβείο Καλύτερου ηθοποιού για τα «Τσε: Ο Αργεντίνος» & «Che: Part Two» το 2008, Tribute to Independent Vision Award στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 2002, Βραβείο Κοινού για το «21 γραμμάρια» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2003), Όσκαρ Άιζακ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Show Me a Hero» το 2016), Τζούλια Ορμόντ, Ροντρίγκο Σαντόρο (Chopard Trophy στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2004), Ντεμιάν Μπιτσίρ, Ραμόν Φερνάντες, Γιουλ Βάσκεζ

Διάρκεια: 134 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=NP6PbutHDrs

Ένα Φανταστικό Σπίτι (Ideal Home)
του Άντριου Φλέμινγκ

Ο απολαυστικός κωμικός Στιβ Κούγκαν βρίσκει το ταίρι του στον ταλαντούχο Πολ Ραντ και οι δυο τους βρίσκουν το δάσκαλο τους στο πρόσωπο ενός δεκάχρονου αγοριού που θα τους μάθει ένα δυο πράγματα για την αγάπη και την οικογένεια.

Ο αυτάρεσκος, εγωκεντρικός και αμετανόητα ανώριμος Εράσμους είναι ο λαμπερός παρουσιαστής μιας επιτυχημένης μαγειρικής εκπομπής  σε παραγωγή του ταλαίπωρου συζύγου του Πολ με έδρα το εξωτικό Σάντα Φε. Η ιδιόρρυθμη και μάλλον δυσλειτουργική καθημερινότητα του ζευγαριού, που τσακώνεται συνεχώς, θα ανατραπεί όταν ο δεκάχρονος εγγονός του Εράσμους, Μπιλ, μετακομίσει μαζί τους.

Το «Ένα Φανταστικό Σπίτι» είναι μια εγκάρδια, ξεκαρδιστική και σύγχρονη κωμωδία για την οικογένεια, την αγάπη – και τη μαγειρική – στα χρόνια της ισότητας στο γάμο και της αποδοχής του διαφορετικού.  Οι δύο πρωταγωνιστές κεντάνε τις ερμηνείες τους στα πλαίσια ενός μακροχρόνιου και κουρασμένου ομόφυλου γάμου, καθώς εκτοξεύουν αφοπλιστικά καυστικές ατάκες, χωρίς ποτέ να χάνουν το συναίσθημα μπροστά στα απρόοπτα της ζωής.

Εμπνευσμένος, λέει, από παρόμοιο περιστατικό στη ζωή του δικού του συντρόφου, ο Φλέμινγκ γράφει και σκηνοθετεί μια ανάλαφρη (και κάπως συγκινητική, προς το φινάλε) κωμωδία, που προφανώς θα ήταν αδιανόητη λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Το δε ευκρινές μήνυμά της περί ομόφυλων ζευγαριών που ανατρέφουν παιδιά ενισχύεται μέσα από φωτογραφίες τέτοιων καινοφανών οικογενειών στους τίτλους τέλους.

Όμως, παρά τις χυμώδεις ερμηνείες και την ωραία χημεία των δυο πρωταγωνιστών και το ανεξίκακο δίδαγμα του σεναρίου, η ταινία είναι ρηχή και «μικρή». Κι έχει και μια φόρα παρτίδα ανερυθρίαστα γκρίζα διαφήμιση ενός tex-mex ταχυφαγείου. Στα θετικά, τα εκκεντρικά ντυσίματα  που προέκυψαν από την ενδυματολόγο, Τζούντιθ Γκέλμαν, αλλά και από την γκαρνταρόμπα του σκηνοθέτη, και ο περιρρέων ύμνος στη φύση, τα χρώματα, την αρχιτεκτονική, και την έθνικ αισθητική του Νιου Μέξικο, και ειδικά της πρωτεύουσάς του.

Σκηνοθεσία: Άντριου Φλέμινγκ

Σενάριο: Άντριου Φλέμινγκ

Πρωταγωνιστούν: Στιβ Κούγκαν (Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου για το «Philomena» το 2014, Βραβείο Καλύτερου σεναρίου για το «Philomena» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2013), Πολ Ράντ, Άλισον Πιλ, Κέιτ Γουόλς, Τζέικ ΜακΝτόρμαν, Τζακ Γκορ, Τζένι Γκαμπριέλ, Μονίκ Καντελάρια, Ντρου Ντροτζ

Διάρκεια: 100 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=DcahgdGhSzI

Νόμος περί Τέκνων (The Children Act)
του Ρίτσαρντ Ερ

Η Φιόνα Μέι, δικαστής που προεδρεύει με τη δυνατότερη αίσθηση λογικής και αμεροληψίας σε περίπλοκες υποθέσεις οικογενειακού δικαίου στο Λονδίνο, διαπιστώνει πως η σχέση της με τον άντρα της, Αμερικανό καθηγητή πανεπιστημίου, έχει φθάσει σε αδιέξοδο, όταν εκείνος της ανακοινώνει πως επιθυμεί να αποκτήσει εξωσυζυγικό δεσμό. Την αγαπά, επιμένει και δε θέλει να χωρίσουν, όμως δεν μπορεί πλέον να ανεχτεί την αποκλειστική της προσήλωση στη δουλειά, την «απουσία» της ακόμη κι όταν είναι δίπλα του.

Όμως μέσα στον αιφνιδιασμό, την οργή και τη θλίψη της, θα πρέπει ταυτόχρονα να επικεντρωθεί σε μία πολύ επείγουσα υπόθεση. Ο νεαρός Άνταμ κείτεται με λευχαιμία σε ένα νοσοκομείο, αρνούμενος τη μετάγγιση αίματος που θα τον σώσει. Γιος Μαρτύρων του Ιεχωβά, οι οποίοι θεωρούν το αίμα δώρο Θεού που δεν επιτρέπεται να μολύνεται, έχει ευθυγραμμιστεί με την πίστη τους.

Καθώς του μένουν τρεις μήνες για να συμπληρώσει τα 18, νομικά είναι ακόμη ανήλικος και δεν μπορεί να αποφασίσει μόνος. Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, η Φιόνα τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο λίγες ώρες πριν την ετυμηγορία της. Και βρίσκει ένα αγόρι έξυπνο και ευαίσθητο, με κλίση στην ποίηση και τη μουσική.

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ιαν ΜακΓιούαν, του συγγραφέα που έχει επανειλημμένα τροφοδοτήσει τη μεγάλη οθόνη με έργα του, η ταινία του στιβαρά ακαδημαϊκού Ρίτσαρντ Ερ σκιτσάρει το πορτρέτο μιας γυναίκας εγκλωβισμένης ανάμεσα στο επαγγελματικό και το προσωπικό «δίκαιο». Δεν είναι έκπληξη να πούμε πως η Φιόνα θα αποφασίσει τελικά υπέρ του νοσοκομείου και της μετάγγισης.

Άλλωστε, είναι μετά την «ανάσταση» του Άνταμ που το δράμα αρχίζει να δονείται, με τη σχέση εξάρτησης που βαθμιαία αναπτύσσεται ανάμεσα στους δύο. Εκείνος, έχοντας χάσει την πίστη του στο Θεό του, την κατατρύχει με αγάπη και ευγνωμοσύνη, ως άλλο Σωτήρα. Εκείνη διστάζει, θυμώνει, τον αποδιώχνει καθησυχαστικά, ξέρει όμως πως η ζωή της έχει συνδεθεί αμετάκλητα με τη δική του.

Οι κλιμακώσεις δε βροντοφωνάζουν εδώ, και ο Ερ κρατά χαμηλά τις εντάσεις ακόμη και στην πιο σπαραχτική στα χαρτιά σκηνή. Φροντίζει να τις υποβάλλει δια των λεπτομερειών, οι οποίες εκπέμπονται πρωτίστως μέσα από τις εκφράσεις της Έμα Τόμσον (τι ηθοποιός είναι αυτή!) και του δίκαια ανερχόμενου Φιόν Γουάιτχεντ. Ίσως πάνω σε τούτη την αυτοκυριαρχία, που δίνει χρόνο και στο θεατή να ζυγίσει προσεχτικά τα διλήμματα, να ξεχνιέται ο χαρακτήρας του συζύγου, αυτού που βασικά κινεί το μοτέρ της δραματουργίας.

Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Ερ (Teddy Audience Award για το «Ημερολόγιο ενός σκανδάλου» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2007, Venice TV Prize – Special Mention για το «Past Caring» το 1985 & Venice TV Prize για το «Laughterhouse» το 1984 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας)

Σενάριο: Ιαν ΜακΓιούαν

Πρωταγωνιστούν: Έμα Τόμσον (Όσκαρ Καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου σεναρίου σε ταινία & Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου για το «Λογική και ευαισθησία» το 1996, Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε δραματική ταινία &  Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου για το «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ» το 1993, Pasinetti Award Καλύτερης ηθοποιού για το «Ο επισκέπτης του χειμώνα» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1997), Στάνλεϊ Τούτσι (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε σειρά, μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Συνομωσία» το 2002, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Winchell» το 1999, Waldo Salt Screenwriting Award για το «Big Night» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 1996), Μπεν Τσάπλιν, Φιόν Γουάιτχεντ, Ρόζι Καβαλιέρο, Τζέισον Γουάτκινς

Διάρκεια: 100 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=_z119FZ4thE

Κοίτα ποιος γύρισε (Sono Tornato)
του Λούκα Μινιέρο

Όταν ο Ντάβιντ Βινέντ γύρισε την ταινία του «Er ist Wieder da» το 2015, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Τιμούρ Βερμές, με τον Χίτλερ να ξυπνάει στον 21ο αιώνα, το αποτέλεσμα ήταν μια αρκετά ενδιαφέρουσα σάτιρα για τη Γερμανία του σήμερα, αλλά και ταυτόχρονα, ένα ισχυρό μήνυμα κατά της αναβίωσης του Ναζισμού σε κόλπους της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας.

Τρία χρόνια μετά, ο σκηνοθέτης Λούκα Μινιέρο, αποφασίζει να κάνει ένα σχεδόν πιστό ριμέικ της ταινίας του Βινέντ, αυτή την φορά όμως αντικαθιστώντας τον Χίτλερ με τον Μπενίτο Μουσολίνι, και τον ξυπνά σε μια σημερινή Ιταλία όπου ο εφιάλτης του φασισμού μοιάζει σαν να μην έχει φύγει ποτέ.

Η υπόθεση έχει ως εξής: 80 χρόνια μετά το θάνατό του, ο Μουσολίνι επανεμφανίζεται κάτω από παράξενες συνθήκες στη Ρώμη. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, η αγαπημένη του Κλάρα έχει χαθεί και τα πάντα φαίνεται να έχουν αλλάξει. Ο Αντρέα Καναλέτι, ένας άσημος νεαρός ντοκιμαντερίστας με μεγάλες φιλοδοξίες, κινηματογραφεί εντελώς τυχαία την επιστροφή του δικτάτορα.

Πιστεύοντας πως πρόκειται απλά για κάποιον σαλεμένο συμπατριώτη του, ο Αντρέα αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν το τέλειο μιμητή του “Ντούτσε”, ελπίζοντας πως θα αναγνωριστεί επιτέλους το ταλέντο του. Οι δύο άντρες ξεκινάνε ένα ταξίδι στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του οποίου συναντούν πολλούς και διάφορους Ιταλούς πολίτες. Η δημοτικότητα του Μουσολίνι πετάει στα ύψη, σε τέτοιο σημείο που γίνεται τηλεοπτικός σταρ. Νιώθοντας ξανά ισχυρός, ο Ντούτσε πιστεύει πως μπορεί να κυβερνήσει εκ νέου την Ιταλία.

Μπορεί η ταινία να χαρακτηρίζεται ως κωμωδία, αλλά κάπου εκεί είναι που αρχίζει το γέλιο σιγά σιγά να χάνεται και να αντικαθίσταται με ένα άβολο χαχανητό και μια υφέρπουσα ανατριχίλα. Πώς αλλιώς να αντιδράσεις ακούγοντας τις δηλώσεις πολιτών, οι οποίοι μιλάνε για προβλήματα που απασχολούν όχι μόνο την Ιταλία αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη, όπως το μεταναστευτικό και την οικονομία, πως δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα αν ο «Ντούτσε» επέστρεφε για τα καλά για να κυβερνήσει τη χώρα και να φέρει πάλι την «τάξη», όπως χαρακτηρίζουν μερικοί το φασισμό;

Όλα αρχίζουν αν αποκτούν μια δόση σουρεαλιστικής πραγματικότητας μπροστά στην εικόνα του Μουσολίνι να βγαίνει βόλτα πάνω σε ένα ανοιχτό αμάξι και πολίτες, με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, να του κάνουν το φασιστικό χαιρετισμό ή να τρέχουν να φωτογραφηθούν μαζί του ή να του σφίξουν το χέρι. Για κάποιους όλο αυτό ίσως φαίνεται αστείο, για κάποιους η αναβίωση των ακροδεξιών κινημάτων μοιάζει με παιχνίδι, ίσως κάποιοι να αποκαλύπτουν και τα πραγματικά τους συναισθήματα.

Είναι, όμως, ο φασισμός τόσο ποπ που γίνεται αγαπητός; Από ότι φαίνεται στην ταινία του Μανιέρο, η απάντηση είναι πως ναι και αυτό είναι ίσως το πιο τρομαχτικό απ’ όλα.

Σκηνοθεσία: Λούκα Μινιέρο

Σενάριο: Λούκα Μινιέρο, Νικόλα Γκουαλανιόνε

Πρωταγωνιστούν: Μάσιμο Ποπολίτσιο, Φρανκ Ματάνο, Στεφανία Ρόκα, Τζοέλε Ντιξ, Ελεονόρα Μπελκαμίνο, Αριέλα Ρέτζο, Μάσιμο ντε Λορέντζο, Τζιανκάρλο Ράτι

Διάρκεια: 100 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=NP6PbutHDrs