Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους (γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 23.8.2018)

Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους…

γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 23.8.2018
μπλογκ στο «Ζω Φωκίδα!»: Σινεφίλ

Επάνοδο μετά τον Δεκαπενταύγουστο με πλήθος ταινιών στις αίθουσες να κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Ανάμεσα τους μια ταινία που απογειώνει το τένις και σκιαγραφεί το δυσβάσταχτο του πρωταθλητισμού, ένα καλοφτιαγμένο ριμέικ του «Πεταλόυδα» του Φράνκλιν Τζ. Σάφνερ, μια ιταλική κωμωδία που βασίζεται πάνω στα στερεότυπα των σύγχρονων κοινωνιών, μια κομψή κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου «Στην Ακτή» του Ίαν ΜακΓιούαν, το meg-αθήριο του καλοκαιριού με τον Τζέισον Στέιθαμ, μια περιπέτεια κινουμένων σχεδίων και ένας τρομακτικός αστικός μύθος.

Borg / McEnroe: Όλα για τη Δόξα (Borg vs McEnroe)
του Γιάνους Μετζ

Ο βραβευμένος στις Κάννες Γιάνους Μετς, μεταφράζει σε γουέστερν τον διάσημο αγώνα τένις του Μπιορν Μποργκ και του Τζον ΜακΕνρό στο Γουίμπλεντον το 1980.

Ο Μπιορν Μποργκ είναι ο Σουηδός πρωταθλητής, σούπερ σταρ όχι μόνο της ρακέτας, αλλά και του κοινού που καρδιοχτυπά στο κάθε του πέρασμα, ενώ ο Τζον ΜακΕνρό είναι το «νέο» αίμα από την Αμερική, διαβόητου για το εκρηκτικό του ταμπεραμέντο και την οργή που σκορπίζει μεγαλόφωνα σε κάθε του παιχνίδι.

Ο Μποργκ, απόλυτα προγραμματισμένος, τρομοκρατημένος μην ξεφύγει τίποτα από το σχέδιό του, μεταφράζει τον τρόμο του σε τελειομανία ή προκατάληψη: κοιμάται σε θερμοκρασία πολικού ψύχους, τεστάρει μαζί με τον προπονητή του δεκάδες ρακέτες με συγκεκριμένη τελετουργία για να βρει την πιο σωστή για το παιχνίδι του, ταξιδεύει με ακριβώς υπολογισμένα ρούχα, κάλτσες, μπαντό, περικάρπια στις αποσκευές του, τοποθετημένα με τον ίδιο, γεωμετρικά ορθό τρόπο, μοναχικός, με εμμονή στην αυτοσυγκέντρωση και την ησυχία.

Αντιθέτως, ο ΜακΕνρό, που πριν από κάθε παιχνίδι τα πίνει και τα σπάει, καλύπτει έτσι τον δικό του τρόμο μην τυχόν δεν φανεί τέλειος. Δυο εμβληματικοί αντίπαλοι, θεωρητικά αντίθετοι που, στην ψυχή και στη μέθοδό τους, μπορεί να είναι απλώς ο ίδιος άνθρωπος, με διαφορετικές εκφράσεις της ανασφάλειάς του.

Ο Μετζ δομεί την ταινία του σε δυο παράλληλους άξονες. Στον ένα, στρώνει το δρόμο προς τον τελικό, την προετοιμασία για το παιχνίδι, τις προσωπικές κι οικογενειακές σχέσεις που βασανίζονται να επιβιώσουν κάτω από τέτοια, υπεράνθρωπη πίεση ανταπόκρισης στις απαιτήσεις, που προϋποθέτει ο πρωταθλητισμός. Στον άλλον, τρυπώνει στα παιδικά, εφηβικά χρόνια των δυο αθλητών, εξερευνώντας όσα συνέβησαν εκεί και διαμόρφωσαν τους ψυχαναγκαστικούς χαρακτήρες τους.

Δυο πρωταγωνιστές αντάξιοι των ινδαλμάτων που πριν μπόλικες δεκαετίες στόλισαν τους παιδικούς τοίχους μας, σε μια ταινία που ανταποκρίνεται στην ανάμνηση.

Σκηνοθεσία: Γιάνους Μετζ (Critics Week Grand Prize για το «Armadillo» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2010)

Σενάριο: Ρόνι Σάνταλ

Πρωταγωνιστούν: Σβέριρ Γκούντνασον (Βραβείο Καλύτερου ηθοποιού για το «Flugparken» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2014), Σάια ΛαΜπεφ (Ειδικό Βραβείο της επιτροπής για το «Εγχειρίδιο αναγνώρισης αγίων» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 2014), Στέλαν Σκάρσγκαρντ (Ασημένια Άρκτος Καλύτερου ηθοποιού για το «Den enfaldige mördaren» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 1982), Τούβα Νοβότνι (EFP Shooting Star στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2002), Σκοτ Άρθουρ, Ίαν Μπλάκμαν

Διάρκεια: 107 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=ENjnAQ4rlUQ

Ο Πεταλούδας (Papillon)
του Μάικλ Νόερ

Στο Παρίσι του 1931, ο Γάλλος μικρογκάνγκστερ Ανρί Σαριέρ, γνωστός ως «Πεταλούδας» από ένα τατουάζ του εντόμου στο στήθος του, συλλαμβάνεται για το φόνο ενός προαγωγού στη Μονμάρτρη. Παρά τις προσπάθειές του να πείσει τη γαλλική δικαιοσύνη πως δεν ευθύνεται για το έγκλημα, καταδικάζεται σε ισόβια και στέλνεται στο Καγιέν, διαβόητη αποικιακή φυλακή στη Γαλλική Γουϊνέα.

Τρία χρόνια μετά, επιχειρεί την πρώτη του απόδραση με πλεούμενο, φθάνει στο Μαρακαΐμπο και ζει για λίγο καιρό με τους ιθαγενείς Ινδιάνους, μέχρι που ξανασυλλαμβάνεται και εγκλείεται στη Νήσο του Διαβόλου. Αλλά δεν το βάζει κάτω, παρά τις ατέλειωτες μέρες βασανιστηρίων, απομόνωσης και πείνας.

Στα επόμενα δέκα χρόνια, επιδίδεται σε άλλες οκτώ απόπειρες απόδρασης, με οριστικά επιτυχημένη την τελευταία, οπότε και καταλήγει στη Βενεζουέλα, τη χώρα που θα τον στεγάσει μέχρι τις παραμονές του θανάτου του από καρκίνο του λάρυγγα, το 1973. Στο μεταξύ, εκτός από εστιάτορας στο Καράκας, θα έχει διαπρέψει και ως συγγραφέας διεθνώς με το αυτοβιογραφικό «Ο Πεταλούδας», best seller μεταφρασμένο σε 16 γλώσσες και καταναλωμένο από 5 εκατομμύρια αναγνώστες, ανεξάρτητα αν ορισμένοι επιζήσαντες των ίδιων φυλακών αμφισβητούν τα λεγόμενά του επιμένοντας ως έχει ιδιοποιηθεί εμπειρίες άλλων.

Η παράλληλη κυκλοφορία στις ελληνικές αίθουσες του πρωτότυπου φιλμ του 1973 μοιάζει με χτύπημα κάτω απ’ τη μέση εις βάρος αυτού εδώ του σύγχρονου ριμέικ δια χειρός του Δανού Μίκαελ Νόερ, που ξαναφέρνει στη μεγάλη οθόνη το συγκλονιστικό, αυτοβιογραφικό best seller του Ανρί Σαριέρ.

Μολονότι δεν γίνεται ποτέ προσβλητικό απέναντι στο υλικό του και στον θεατή, το φιλμ του Νόερ ωχριά αναμφίβολα στη σύγκριση με την ταινία του Φράνκλιν Σάφνερ. Αυτό που απομένει είναι οι φιλότιμες προσπάθειες των δύο πρωταγωνιστών να ξεδιπλώσουν μια ανορθόδοξη κι ενίοτε συγκινητική ιστορία φιλίας που από σχέση αμοιβαίας εξάρτησης αποκτά διαστάσεις σχεδόν ρομαντικές.

Σκηνοθεσία: Μάικλ Νόερ

Σενάριο: Άαρον Γκουζικόφσκι

Πρωταγωνιστούν: Τσάρλι Χάναμ, Ράμι Μάλεκ (Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική σειρά για το «Mr. Robot» το 2016), Ιβ Χιούσον, Ρολάντ Μόλλερ, Τόμι Φλάναγκαν, Κρίστοφερ Φέρμπανκ, Νίνα Σένικαρ

Διάρκεια: 133 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=ovgPzq6Yd6Y

Δεν θα συμπεθεριάσουμε ποτέ (Come un Gatto in Tangenziale)
του Ρικάρντο Μιλάνι

Ο Τζοβάνι και η Μόνικα είναι, ίσως, οι πιο αταίριαστοι άνθρωποι στον πλανήτη. Εκείνος είναι ένας διανοούμενος που ζει στο κέντρο της Ρώμης, και εκείνη είναι πρώην ταμίας σε σούπερ μάρκετ που παλεύει με τις καθημερινές δυσκολίες της ζωής στην πολυπολιτισμική γειτονιά της, στα προάστια. Οι δυο τους ίσως να μην είχαν συναντηθεί ποτέ, αν δεν τους ένωνε ένας κοινός στόχος: να κάνουν τα πάντα για να χωρίσουν τα παιδιά τους.

Με τις ευχές λοιπόν του ιταλικού box office, το «Δεν Θα Συμπεθεριάσουμε Ποτέ» δεν ασχολείται τόσο με την πολυπολιτισμική διαφοροποίηση της ιταλικής κοινωνίας, όσο με τις διαφορές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, τις ετερόκλιτες κουλτούρες που δείχνουν να συνυπάρχουν τόσο κοντά και ταυτόχρονα τόσο μακριά η μία από την άλλη και με τις στερεοτυπικές αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν, κατά κανόνα, τον μέσο εκπρόσωπο της κάθε κατηγορίας.

Αυτό που διαφοροποιεί το φιλμ από την υστερική κακόγουστη ιταλική φαρσοκωμωδία που θα μπορούσε να είναι, είναι το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης Ρικάρντο Μιλάνι αποφεύγει τις υπέρμετρες κορώνες, εστιάζοντας όντως στη γνήσια προσπάθεια των ηρώων του να ανακαλύψουν τον άλλον και προτιμώντας μια αφήγηση που χρησιμοποιεί περισσότερο τις εκφράσεις των ηρώων και όχι τις σωματικές υπερβολές τους.

Υποστηρίζοντας αυτή την επιλογή, οι Κορτελέσι και Αλμπανέζε ισορροπούν ανάμεσα στα κλισέ των χαρακτήρων τους και τις συναισθηματικά πλούσιες περσόνες που ενσαρκώνουν, δημιουργώντας τελικά δύο ήρωες που εμφανίζονται τελικά περισσότερο τρισδιάστατοι από όσο πραγματικά είναι. Ακριβώς όπως η ταινία χαρακτηρίζεται τελικά πιο ικανή από όσο πραγματικά της αναλογεί.

«Αυτό που ήθελα να κάνω με αυτή την ταινία ήταν να επισημάνω πόσο σημαντική μπορεί να είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον σε μια χώρα που είναι χωρισμένη στα δύο τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο. Σκοπός μου ήταν να κινήσω το ενδιαφέρον του θεατή γι’ αυτό το ζήτημα μέσω μιας ιστορίας με πολλές κωμικές καταστάσεις που θα τον κάνουν να γελάσει» αναφέρει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης.

Σκηνοθεσία: Ρικάρντο Μιλάνι

Σενάριο: Φούριο Αντρεότι, Τζιούλια Καλέντα, Πάολα Κορτελέσι, Ρικάρντο Μιλάνι

Πρωταγωνιστούν: Πάολα Κορτελέσι, Αντόνιο Αλμπανέζε (Pasinetti Award Καλύτερου ηθοποιού για το «L’intrepido» το 2013 & για το «La lingua del santo» το 2000 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας), Σόνια Μπεργκαμάσκο, Λούκα Ανγκελέτι, Κλάουντιο Αμεντόλα

Διάρκεια: 90 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=tlISjq1Sht0

Ανεκπλήρωτος Γάμος (On Chesil Beach)
του Ντόμινικ Κουκ

Ο «Ανεκπλήρωτος Γάμος» είναι μια τρυφερή και καθηλωτική ιστορία για μια σχέση που βάλλεται από εξωτερικούς παράγοντες και τις επιρροές του ασυνείδητου των παιδικών χρόνων, σε μια αυστηρή εποχή με σκληρούς κανόνες.

Η Φλόρενς έχει γεννηθεί σε μια ευκατάστατη και συντηρητική οικογένεια ενώ ο Έντουαρντ προέρχεται από μια εντελώς αντίθετη οικογένεια και κατοικεί σε ένα ακατάστατο σπίτι κοντά στη φύση. Εκείνη είναι βιολίστρια και εκείνος θέλει να γίνει συγγραφέας. Νιόπαντροι και παρθένοι ελπίζουν πως ο γάμος μπορεί να τους προσφέρει ένα ευτυχισμένο μέλλον και μια διέξοδο από την αυστηρότητα της εποχής. Δύο διαφορετικοί άνθρωποι που τους ενώνει όμως ένας παράφορος έρωτας.

Λίγες ώρες μετά τον γάμο τους βρίσκονται σε ένα αποστειρωμένο ξενοδοχείο και η κουβέντα τους παίρνει μια έντονη τροπή όταν η ολοκλήρωση της σχέσης τους μπαίνει στο προσκήνιο. Ο Έντουαρντ ανυπομονεί για τη στιγμή αυτή, ενώ η Φλόρενς κυριεύεται από το φόβο της πρώτης φοράς και φεύγει τρέχοντας μακριά του. Ο καυγάς συνεχίζεται στη παραλία, όπου οι διαφορές τους γίνονται ξεκάθαρες και δεν μπορούν πλέον να τις αγνοήσουν. Ένας από τους δύο θα πάρει μια ξαφνική απόφαση που θα αλλάξει ριζικά τη ζωή τους για πάντα.

Η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα του Ίαν ΜακΓιούαν, η οποία κυκλοφορεί στην Ελλάδα με τον τίτλο «Στην Ακτή» (Εκδόσεις Πατάκη) και έρχεται στη μεγάλη οθόνη υπό τη σκηνοθετική επιμέλεια του Ντόμινικ Κουκ. Η παραγωγός Ελίζαμπεθ Κάρλσεν έδειξε εμπιστοσύνη στο βιβλίο πριν ακόμα εκδοθεί – 2007 –  και δήλωσε αμέσως το ενδιαφέρον της στην προσαρμογή του σε ταινία.

Τα χρόνια πέρασαν και το 2015 ήταν που τελικά σε μια τυχαία συνάντηση με τον ατζέντη του Ίαν ΜακΓιούαν συμφώνησαν να συνεργαστούν και ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησαν τα γυρίσματα. Μάλιστα, σύμφωνα με το συγγραφέα, η ταινία έφερε μια καινούρια ζωή στο έργο του. Η επιλογή του σκηνοθέτη, Ντόμινικ Κουκ, ήταν κάθε άλλο παρά τυχαία, μιας και πρόκειται για έναν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες της Βρετανίας με μεγάλη εμπειρία στο Εθνικό Θέατρο.

Εξαιρετικός σκηνοθέτης που ξέρει να στήνει σκηνές και ατμόσφαιρα αλλά δεν κατορθώνει να εμφυσήσει το πάθος και το δράμα, να αναδείξει την εσωτερική τραγικότητα των χαρακτήρων και της κατάστασή τους στο ύψος που θα τους αναλογούσε.

Ξεκινώντας σχεδόν ανάλαφρα και παίρνοντας μια όλο και πιο σκοτεινή τροπή καθώς η νύχτα του γάμου πλησιάζει, υπάρχουν στιγμές που το φιλμ λάμπει με την ένταση αυτού που θα μπορούσε να είναι: κάτι παραπάνω από ένα καλοφτιαγμένο κομψό μελόδραμα, μια χαμηλότονα συγκλονιστική ανατροπή των κλισέ των μύθων του τέλειου ζευγαριού.

Σκηνοθεσία: Ντόμινικ Κουκ

Σενάριο: Ιαν ΜακΓιούαν

Πρωταγωνιστούν: Σέρσα Ρόναν (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε μουσική ή κωμική ταινία για το «Lady Bird» το 2018), Μπίλι Χάουλ, Αν Μαρί Νταφ, Άντριαν Σκάρμπορο, Έμιλι Γουάτσον, Σάμιουελ Γουέστ, Άντον Λέσερ

Διάρκεια: 110 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=Gf6aG28Icwg

Meg: Ο Κυρίαρχος του Βυθού (The Meg)
του Τζον Τουρτέλτομπ

Ένα βαθυσκάφος που παίρνει μέρος σ΄ ένα διεθνές πρόγραμμα  υποθαλάσσιας παρατήρησης δέχεται επίθεση από ένα τεράστιο πλάσμα που θεωρούνταν εξαφανισμένο και ως αποτέλεσμα βρίσκεται ακινητοποιημένο στο βάθος του Ειρηνικού, με όλο το πλήρωμά του παγιδευμένο.

Με το χρόνο να τελειώνει, ο εμπειρογνώμονας δύτης διάσωσης Τζόνας Τέιλορ προσλαμβάνεται από έναν οραματιστή Κινέζο ωκεανογράφο και ενάντια στην επιθυμία της κόρης του, Σουγίν, ξεκινά για να σώσει το πλήρωμα – και τον ίδιο τον ωκεανό – από την απειλή: ένα προϊστορικό καρχαρία μήκους 75 ποδιών που είναι γνωστός ως Megalodon.

Αυτό που δεν περνά από το μυαλό κανενός είναι ότι πολλά χρόνια πριν, ο Τέιλορ είχε ξανασυναντήσει το ίδιο τρομακτικό πλάσμα. Τώρα, με τη βοήθεια της Σουγίν, πρέπει ν’ αντιμετωπίσει τους φόβους του, να έρθει ξανά αντιμέτωπος με το μεγαλύτερο αρπακτικό όλων των εποχών και να ρισκάρει τη ζωή του για να σώσει όλους τους παγιδευμένους στο βυθό.

Το «The Meg» ακολουθεί ευλαβικά κάθε προηγούμενη ταινία στην οποία κάτι μεγάλο και επικίνδυνο έρχεται με απειλητικές διαθέσεις εναντίον του ανθρώπινου είδους και πρέπει να βρεθεί ένας κάποιος τρόπος να εξοντωθεί. Συνήθως αυτός ο «τρόπος» βρίσκεται στο πρόσωπο ενός πάρα πολύ ικανού επαγγελματία ο οποίος όμως στη φάση που τον συναντάμε είναι συνήθως σε απόσυρση και δεν είναι διατεθειμένος να επιστρέψει στην περιπέτεια.

Φυσικά κάτι πάντα τον πείθει να αθετήσει το λόγο του και αυτό το κάτι είναι συνήθως ένας ανοιχτός λογαριασμός που έχει από το παρελθόν. Χωρίς τρομερές αποκλίσεις από ταινία σε ταινία, ο ήρωάς μας ηγείται μιας ομάδας εξόντωσης του «κακού», κάνει πράγματα που «γίνονται μόνο στο σινεμά» και με μαθηματικές ενέσεις δράσης την κατάλληλη στιγμή και κορυφούμενα καθώς φτάνουμε στο φινάλε, ολοκληρώνει την αποστολή του.

Αν ισχύει ότι η ταινία «κόπηκε» για να μην είναι υπερβολικά αιματηρή ή βίαιη για το ευρύ κοινό, τότε θα είχε ενδιαφέρον να δει κάποιος ένα director’s cut για να εκτιμήσει τις αρχικές προθέσεις και φιλοδοξίες των δημιουργών της. Διαφορετικά, σε αυτή του τη μορφή το «The Meg» μοιάζει με τη σοβαροφανή εκδοχή της σειράς του «Καρχαριοστρόβιλου», μια ασήμαντη προσθήκη στη λίστα των ταινιών με υποβρύχιες απειλές και εν γένει μια αδιάφορη ταινία που βυθίζει όλες σου τις προσδοκίες για το πιο απενoχοποιημένο fun του καλοκαιριού.

Σκηνοθεσία: Τζον Τερτέλτομπ

Σενάριο: Ντιν Τζόρτζαρις, Τζον Χόμπερ, Έριχ Χόμπε

Πρωταγωνιστούν: Τζέισον Στέιθαμ, Λι Μπινγκμπίνγκ, Ρέιν Γουίλσον, Ρούμπι Ρόουζ, Κλιφ Κέρτις, Ουίνστον Τσάο, Πέιτζ Κέννεντι, Όλαφουρ Ντάρι Όλαφσον, Τζέσικα ΜακΝάμι, Μάζι Όκα

Διάρκεια: 100 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=rhkIQpskRH4

Μια Πάπια μα ποια Πάπια (Duck Duck Goose)
του Κρίστοφερ Τζένκινς

Δύο ορφανά παπάκια, η δυναμική, μόλις 16 ημερών Τσι και ο μικρότερος αδελφός της Τσάο, αποχωρίζονται από το σμήνος τους κατά λάθος εξαιτίας του φιγουρατζή ιπτάμενου Πενγκ, μιας αρσενικής χήνας που είναι ελεύθερο πνεύμα, ένας εργένης που προτιμά χίλιες φορές τα παράτολμα εναέρια ακροβατικά, αντί να συμμετέχει στις προετοιμασίες των υπολοίπων για την ετήσια μετανάστευση.

Τα φοβισμένα παπάκια ζητάνε τη βοήθεια του Πενγκ για να επιστρέψουν στο σμήνος τους. Εκείνος αρνείται, αλλά ένας τραυματισμός στη φτερούγα του τον αναγκάζει να αλλάξει γνώμη. Οι τρεις τους θα ζήσουν μια μοναδική περιπέτεια, με εμπόδια και δυσκολίες που θα τους φέρει όμως πραγματικά κοντά. Ο Πενγκ αποδεικνύεται τελικά η καλύτερη πατρική φιγούρα που θα μπορούσαν να έχουν αυτά τα δύο ορφανά παπάκια.

Σε μια εποχή που η Pixar  και ο ανταγωνισμός που έθεσε στα υπόλοιπα στούντιο έχουν τοποθετήσει το σύγχρονο animation σε δυσθεώρητα επίπεδα παραγωγής, ευρηματικότητας και ψυχαγωγικής αξίας, προκαλεί γνήσια έκπληξη ότι μπορεί ακόμα να συναντήσει κανείς ένα φιλμ κινουμένων σχεδίων τόσο ανέμπνευστο και άνοστο όσο αυτό εδώ.

Ακόμα κι αν ψάχνετε απεγνωσμένα ένα σινεμά για να εκτονώσετε παιδιά και ανίψια, σκεφτείτε το καλύτερα: οι μικροί μας φίλοι αξίζουν σίγουρα κάτι καλύτερο από αυτήν τη νερόβραστη, ξαναζεσταμένη συνταγή κι εσείς για να διασκεδάσετε τη βαρεμάρα σας θα αρχίσετε να ορέγεστε τους πρωταγωνιστές σερβιρισμένους με πιτούλες και σάλτσα.

Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Τζένκινς

Σενάριο: Κρίστοφερ Τζένκινς, Ρομπ Μούιρ, Σκοτ Άτκινσον, Τέγκαν Γουέστ

Με τις φωνές των: Μανώλης Γιούργος, Γιάννης Υφαντής, Γιώτα Μηλίτση, Αλεξάνδρα Λέρτα, Χρύσα Σαμαρά, Ντίνος Σούτης, Γιώργος Σκουφής, Ιφιγένεια Στάικου, Νίκος Παπαδόπουλος

Διάρκεια: 91 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=gc80Jmt1jUk

Slender Man
του Σίλβεν Γουάιτ

O Slender Man είναι ένα online δημιούργημα του Έρικ Νουντσέν, μια μυστηριώδης φιγούρα που εμφανίζεται σε φωτογραφίες παιδιών που παίζουν και ζουν την καθημερινότητά τους. Συχνά εμφανίζεται ως ένας αρκετά λιγνός άντρας, φορώντας μαύρο κοστούμι και απρόσωπα χαρακτηριστικά, και φαίνεται πως τρομοκράτησε τα παιδιά στις αρχές των 2010s και, σύμφωνα με αρκετά από αυτά, ήταν υπεύθυνος για την πρόκληση βίαιων επιθέσεων.

Η πιο γνωστή από όλες είναι εκείνη των 12χρονων, τότε, κοριτσιών Ανίσα Γουέιερ και Μόργκαν Γκέιζερ, οι οποίες οδήγησαν στο δάσος την συμμαθήτριά τους Πέιτον Λούτνερ και την μαχαίρωσαν 19 φορές, ευτυχώς αποφεύγοντας την καρδιά της και γλυτώνοντας έτσι τον θάνατο. Οταν συνελήφθησαν, είπαν στους αστυνομικούς πως ήθελαν να αποδείξουν στον Slender Man πως ήταν άξιες να τον υπηρετούν για να προστατεύει εκείνες και τις οικογένειές τους. Και οι δύο καταδικάστηκαν με εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική.

Ίσως η ταινία του Σίλβεν Γουάιτ να είχε περισσότερο ενδιαφέρον αν έπαιρνε την ιστορία αυτή και έμπαινε στην ψυχοσύνθεση των κοριτσιών εκείνων που διέπραξαν το έγκλημα, συνδυάζοντάς το ταυτόχρονα με μεταφυσικά στοιχεία. Αντ’ αυτού όμως, αναλώνεται στα κλισέ και σε μια ιστορία που όχι μόνο δεν είναι καθόλου τρομαχτική, αλλά μπορεί να χαρακτηριστεί ως αφελέστατη και ανόητη.

Παίρνοντας ό,τι ιδέες μπορεί από διάφορες ταινίες τρόμου, ο Γουάιτ προσπαθεί να αναπαραστήσει τον αστικό μύθο ενός μπαμπούλα που στοίχειωσε τα όνειρα των millennials στις αρχές της δεκαετίας, αποτυγχάνοντας όμως να κάνει το ίδιο και με τον ξύπνιο όσων πάνε να την δουν. Το σενάριο του Ντέιβιντ Μπερκ δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα και μέχρι το φινάλε απλά γίνεται τόσο ασυνάρτητο και τόσο αδιάφορο που πραγματικά καταντάει γελοίο.

Δεν ακουμπάει καν την μυθολογία που έκανε τον Slender Man τόσο τρομαχτικό για τους νέους τότε, και το μόνο που το ενδιαφέρει είναι να τον μετατρέψει σε ένα τηλεοπτικό monster of the week, και να τον κάνει είναι να εμφανίζεται από το πουθενά για να τρομάξει, αποκλειστικά και μόνο, όσους είναι κάτω από 15 (και βγάλε) χρονών.

Και κάπως έτσι, το «Slender Man» αποτυγχάνει να γίνει μια ταινία πραγματικός εφιάλτης για τους φαν του είδους. Καλύτερα δείτε το ντοκιμαντέρ «Beware the Slender Man» σε παραγωγή του HBO αν θέλετε να βιώσετε αυθεντικές ανατριχίλες και απλά αποφύγετε την ταινία αυτή.

Σκηνοθεσία: Σίλβεν Γουάιτ

Σενάριο: Ντέιβιντ Μπερκ

Πρωταγωνιστούν: Τζόι Κινγκ, Τζούλια Γκολντάνι Τέλες, Τζαζ Σινκλέρ, Αναλίζ Μπάσο, Άλεξ Φιτζάλαν, Τέιλορ Ρίτσαρντσον, Χαβιέρ Μποτέ

Διάρκεια: 93 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=S4yP0zGDUhk