Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους (γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 2.8.2018)

Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους…

γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 2.8.2018
μπλογκ στο «Ζω Φωκίδα!»: Σινεφίλ

Ένα περίεργο από κάθε άποψη καλοκαίρι συνεχίζεται… Λίγες νέες ταινίες κάνουν πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες για την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου. Ανάμεσά τους ένα βρετανικό εξοχικό ρομάντζο, το υπερφιλόδοξο ντεμπούτο του Ελάιτζα Μπάινουμ με τον Τίμοθι Σαλαμέ σε μια ιστορία ενηλικίωσης που έκανε αίσθηση στο Φεστιβάλ του SXSW, μία young/adult περιπέτεια φαντασίας, μία γαλλική κωμωδία – φάρσα και ένα one man show από την κορυφή του γαλλικού box-office.

Με Αγάπη, Τζούλιετ (The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society)
του Μάικ Νιούελ

Η Τζούλιετ είναι μια πετυχημένη συγγραφέας που ζει στο Μεταπολεμικό Λονδίνο. Παρά την επιτυχία του τελευταίου της βιβλίου και την υποστήριξη του αγαπημένου της φίλου και εκδότη, δυσκολεύεται να βρει έμπνευση για ένα νέο βιβλίο εξαιτίας των σκληρών της εμπειριών από τον πόλεμο. Έτοιμη να δεχθεί την πρόταση γάμου του Αμερικανού στρατιώτη Μαρκ, λαμβάνει ένα γράμμα από έναν αγρότη στο νησί Γκέρνσεϊ , τον Ντόσι Aνταμς.

Ο Ντόσι είναι μέλος μιας τοπικής λέσχης βιβλίου με την ονομασία «Guernsey Literary and Potato Peel Society» που ιδρύθηκε κάτω από περίεργες συνθήκες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τζούλιετ ακολουθεί την παρόρμηση της και πηγαίνει στο νησί , όπου ελπίζει να γράψει για την τοπική λέσχη βιβλίου με το παράξενο όνομα. Η Τζούλιετ γοητεύεται από τα μέλη της λέσχης, την αγάπη τους για τη λογοτεχνία και τη φιλία που τους συνδέει. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι οι νέοι της φίλοι κρύβουν ένα μυστικό.

Ο Μάικ Νιούελ ξέρει να κάνει αξιοπρεπέστατο απολαυστικό σινεμά για το κοινό. Κι αυτό ακριβώς κάνει κι εδώ, στη διασκευή αυτού του ομώνυμου μπεστ σέλερ των Μέρι Αν Σάφερ και Ανι Μπάροους από το 2008, που θα σας κάνει να θέλετε να μετακομίσετε στο μικρό νησάκι της Μάγχης όπου και διαδραματίζεται.

Ακόμη κι αν η σκιά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πέφτει βαριά στους ήρωες και τον τόπο, το το φιλμ κατορθώνει να βρίσκει τον σωστό τόνο δίχως να ευτελίζει την τραγωδία. Ο τρόπος που κοιτάζει τα πάντα, από τα γραφικά σοκάκια του νησιού μέχρι το θάνατο και τον έρωτα, είναι τρυφερός και στρογγυλεμένος.

Το «Με Αγάπη, Τζούλιετ» είναι το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός φαγητού που δε βαριέσαι ποτέ να τρως και που ήδη από την πρώτη κουταλιά σε κάνει να νιώθεις καλύτερα. Δύο ώρες που σου δίνουν την ευκαιρία να αφήσεις πίσω την καθημερινότητα, δίχως να θυσιάσεις εντελώς την ανάγκη σου για κάποιου είδους πνευματικό ή συναισθηματικό ερέθισμα.

Σκηνοθεσία: Μάικ Νιούελ (Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερης σκηνοθεσίας, Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερης ταινίας και Βραβείο Σεζάρ Καλύτερης ξένης ταινίας για το «Τέσσερις γάμοι και μία κηδεία» το 1995, Award of the Youth – Foreign Film για το «Dance with a Stranger» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 1985)

Σενάριο: Κέβιν Χουντ, Τόμας Μπεζούσα, Ντον Ρους

Πρωταγωνιστούν: Λίλι Τζέιμς, Τζέσικα Μπράουν Φίντλεϊ, Γκλεν Πάουελ, Μάθιου Γκουντ, Μίσιελ Χούισμαν, Κάθριν Πάρκινσον, Πενέλοπε Γουίλτον, Τομ Κόρτνεϋ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική ταινία για το «Ο αμπιγιέρ» το 1984, Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Πλέον υποσχόμενου πρωτοεμφανιζόμενου σε Α’ ρόλους ηθοποιού για το «The Loneliness of the Long Distance Runner» το 1963, Ασημένια Άρκτος Καλύτερου ηθοποιού για το «45 Years» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2015, Κύπελλο Βόλπι Καλύτερου ηθοποιού για το «King and Country» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1964), Κιτ Κόνορ

Διάρκεια: 124 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=n-Luai2cNZI

Καλοκαιρινές Νύχτες (Hot Summer Nights)
του Ελάιζα Μπάινουμ

Καλοκαίρι του 1991. Ο Ντάνιελ Μίντλετον είναι ένας συμπαθέστατος αλλά αδέξιος κοινωνικά έφηβος, που μόλις έχει τελειώσει το λύκειο. Η μητέρα του τον στέλνει να περάσει το καλοκαίρι του στη θεία του, στο Κέιπ Κοντ, μια παραθαλάσσια τουριστική περιοχή στα βορειοανατολικά των ΗΠΑ, στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Απώτερος στόχος της είναι να χαλαρώσει ο γιος της, να κοινωνικοποιηθεί, να συνέλθει από την απώλεια του πατέρα του και να «ανδρωθεί» πριν πάει στο κολέγιο. Ο Ντάνιελ δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην ανθρωπογεωγραφία της περιοχής έως ότου συναντά τον Χάντερ Στρόμπερι.

Ο Χάντερ είναι το τοπικό «κακό παιδί». Βγάζει φράγκα πουλώντας μαριχουάνα σε ευκατάστατους παραθεριστές ενώ λειτουργεί ως κέρβερος απέναντι σε πλημμυρισμένους με ορμόνες νεαρούς, που βάζουν στο μάτι την μικρότερη αδελφή του, την ΜακΚέιλα. Διαισθανόμενος ότι μπροστά του ανοίγεται μια σπουδαία ευκαιρία, ο Ντάνιελ πείθει τον Χάντερ να συνεργαστούν, διακινώντας «χόρτο» σε όλον τον Κόλπο, καθώς η αποπνικτική ζέστη του καλοκαιριού εντείνεται.

Η δουλειά πηγαίνει εξαιρετικά καλά και ο Ντάνιελ αποκτά αυτοπεποίθηση τόση ώστε να εξομολογηθεί στην ΜακΚέιλα τον έρωτά του για εκείνην, κρατώντας τη σχέση τους κρυφή, ιδίως από τον Χάντερ. Πόσο, όμως, μπορεί να κρατήσει αυτή η περίοδος ευφορίας για τον Ντάνιελ; Είναι και μια γιγαντιαία καταιγίδα που πλησιάζει την περιοχή…

Ο Ντάνιελ Μίντλετον μοιάζει ο πιο ιδανικός για να εξηγήσει γιατί τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά coming of age δράματα συμβαίνουν το καλοκαίρι. Ίσως είναι οι ορμόνες που προσπαθούν να αντισταθούν στη ζέστη και μετατρέπουν το εφηβικό κορμί σε μια πυρακτωμένη υπόσχεση ή εκείνη η ιδρωμένη διάθεση πως για μια τελευταία φορά μπορείς να κάνεις ό,τι ακριβώς θέλεις χωρίς να σε ενδιαφέρουν οι συνέπειες, η τιμωρία, η ενοχή που ορίζει περισσότερο από κάθε άλλο συναίσθημα το σημείο εκείνο που σου λέει ότι μεγάλωσες.

Ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει το ντεμπούτο του σαν να είναι η πρώτη και η τελευταία ταινία που θα κάνει ποτέ. Γι’ αυτό και τη φορτώνει με δραματικότητα που ψάχνει τις περισσότερες φορές μάταια να πείσει για την σεναριακή αντοχή της, περισσότερα τραγούδια απ’ όσα θα χωρούσε σε ένα jukebox και μια ατμόσφαιρα ανάμεσα σε  disaster movie και φιλμ νουάρ, στη συσκευασία ενός εφηβικού video diary.

Στο κέντρο αυτών των «Καλοκαιρινών Νυχτών», τρεις νέοι πολλά υποσχόμενοι ηθοποιοί εμπιστεύονται ένα φιλόδοξο σκηνοθέτη που προδίδεται από την έπαρση του – σαν ένας έφηβος που θέλει μέσα σε ένα καλοκαίρι να ζήσει τα πάντα. Ο Τίμοθι Σαλαμέ βρίσκεται ακριβώς στο σημείο ωρίμανσης που λες «αυτό το παιδί έχει όλα τα προσόντα να σηκώσει μια ταινία στους ώμους του», ο Αλεξ Ρόου διαθέτει τη βαρύτητα ενός ήρωα που νιώθεις ότι έρχεται από το παρελθόν και η Μάικα Μονρό φέρει με τον δικό της θρασύ τρόπο την ωμή νεανική ορμή μιας νέας γενιάς που εκτός από ταλέντο ξέρει να αφηγείται και ιστορίες.

 Σκηνοθεσία: Ελάιζα Μπάινουμ

Σενάριο: Ελάιζα Μπάινουμ

Πρωταγωνιστούν: Τίμοθι Σαλαμέ, Μάικα Μονρό, Αλεξ Ρόου, Έμορι Κόεν, Τόμας Τζέιν, Μάγια Μίτσελ, Γουίλιαμ Φίχτνερ

Διάρκεια: 108 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=sn–LzsP60o

Σκοτεινές Δυνάμεις (The Darkest Minds)
της Τζένιφερ Γιου Νέλσον

Όταν κάποιοι έφηβοι αναπτύσσουν μυστηριωδώς ιδιαίτερα ισχυρές υπερδυνάμεις, θεωρούνται απειλή από την κυβέρνηση, η οποία αναγκάζεται να τους περιορίσει σε ειδικά στρατόπεδα. Η 16χρονη Ρούμπι, ένα κορίτσι με τις πιο ισχυρές δυνάμεις, δραπετεύει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και γίνεται μέλος μιας ομάδας νεαρών δραπετών που ψάχνουν για ασφαλές καταφύγιο.

Σύντομα, τα μέλη της νέας αυτής «οικογένειας» αντιλαμβάνονται ότι σε έναν κόσμο όπου οι ενήλικες που έχουν την εξουσία τους έχουν προδώσει, η φυγή δεν είναι αρκετή και θα πρέπει να αντισταθούν, χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις τους συλλογικά ώστε να πάρουν πίσω τον έλεγχο του μέλλοντος τους.

Η Αμερικανή -και μόλις 25 χρονών τότε- συγγραφέας Αλεξάντρα Μπράκεν εξέδωσε το 2012 το βιβλίο «The Darkest Minds» και η απήχησή του στο νεαρό κοινό ήταν τόσο μεγάλη που έγινε best seller. Ήταν μόλις το πρώτο μέρος της επιτυχημένης τριλογίας που ολοκληρώθηκε με τα «Never Fade» και «In the Afterlight». Λίγο καιρό αργότερα, η εταιρεία παραγωγής 21 Laps (που έχει κάνει την τηλεοπτική σειρά «Stranger Things» και την ταινία «Η Άφιξη») αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου με σκοπό τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. Το επόμενο βήμα ήταν να βρεθεί ο κατάλληλος σκηνοθέτης. Με υπόβαθρο στα κινούμενα σχέδια και αγάπη για τις ταινίες δράσης, το άτομο αυτό βρέθηκε στο πρόσωπο της Τζένιφερ Γιου Νέλσον.

«Είναι μια ταινία που εξυμνεί τη δύναμη της κεντρικής ηρωίδας και θέλαμε στη σκηνοθεσία μια γυναίκα, ώστε να έχει έμφυτη γνώση και ένστικτο για τα θέματα που προσεγγίζει η ταινία», σχολιάζει ο Σον Λέβι, ένας από τους παραγωγούς. «Υπάρχει λόγος που αυτή η σειρά βιβλίων έχει τόσο πιστούς φανς. Ταυτίζονται με τους χαρακτήρες, με το μήνυμα και την κεντρική ιδέα του βιβλίου. Αυτός ο ενθουσιασμός των φανς με ώθησε να πω το ναι και να σκηνοθετήσω την ταινία» δηλώνει η Νέλσον.

Παίρνουμε τα εν κινδύνω νιάτα των μελλοντολογικών «Αγώνων Πείνας», «Τριλογίας της Απόκλισης» και «Λαβύρινθου», πασπαλίζουμε με λίγες υπερδυνάμεις τύπου «X-Men», και ιδού. «Σκοτεινές Δυνάμεις». Όπου δε συμβαίνει τίποτα που να μην έχει συμβεί σε εκείνες τις σειρές ταινιών. Νέοι εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο που δεν τους καταλαβαίνει, ενήλικες που τους περιφρονούν, τους φοβούνται, τους εκμεταλλεύονται. Ένα ακόμη απλοϊκό  franchise προστίθεται στη λίστα του Χόλυγουντ.

Σκηνοθεσία: Τζένιφερ Γιου Νέλσον (Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου προγράμματος κινουμένων σχεδίων με διάρκεια έως μία ώρα για το «Spawn» το 1999)

Σενάριο: Τσαντ Χοντζ

Πρωταγωνιστούν: Μάντι Μουρ, Γκουέντολιν Κρίστι, Αμάντλα Στένμπεργκ, Χάρις Ντίκινσον, Σκάιλαν Μπρουκς, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ (Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερης έκτακτης ανδρικής συμμετοχής σε κωμική σειρά για το «Transparent» το 2015, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε δραματική σειρά για το «The West Wing» το 2001), Μαρκ Ο’ Μπράιαν, Γουάλας Λάνγκχαμ

Διάρκεια: 104 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=oi-b6AIn2qU

Θα έρθω κοντά σου σιγά-σιγά (Tout Le Monde Debout)
του Φρανκ Ντιμπόσκ

Ο Ζοσλέν, ένας γοητευτικός πενηντάρης και επιτυχημένος επιχειρηματίας, με το που προσγειώνεται στο Παρίσι μετά από επαγγελματικό ταξίδι, παριστάνει τον επιβάτη εξ Αφρικής και περιμένει μια υπάλληλο εταιρείας ώστε να τον μεταφέρουν με λιμουζίνα στην πόλη. Ήδη η εναρκτήρια αυτή σκηνή γνωστοποιεί και το ποιόν του ήρωα, που δεν είναι απλά καλαμπουρτζής, αλλά ένας μανιώδης ψεύτης.

Στην επόμενη σκηνή, όπου γευματίζει μ’ έναν φίλο του γιατρό, θα μάθουμε πως ο Ζοσλέν, είναι κι ένας εγωμανής κι ανάλγητος γυναικάς. Μέχρι που μαθαίνει πως η ανάπηρη μητέρα του μόλις πέθανε και πηγαίνει στο διαμέρισμά της για να συλλέξει προσωπικά αντικείμενα. Εκεί, μια παρεξήγηση με την όμορφη γειτόνισσα τον ωθεί ξανά στο ψέμα και καταλήγει να παίζει τον καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι για να τη «ρίξει». Η αποπλάνηση ξεκινά και η κοπέλα τον καλεί στο πατρικό της σπίτι για γεύμα, όπου θα του συστήσει και την εξίσου ελκυστική αδελφή της, μια πραγματική παραπληγική.

Όλα αυτά συμβαίνουν μονάχα στο πρώτο τέταρτο της κωμωδίας του Φρανκ Ντιμπόσκ, που κάνει το παρθενικό του βήμα στη σκηνοθεσία. Στο χρόνο αυτό έχουν ήδη εμφανιστεί όλοι οι βασικοί χαρακτήρες, και έχει γίνει αντιληπτή η φαρσική ιδέα: δύο διαμετρικά αντίθετοι άνθρωποι – ένας παρορμητικός, ταρτούφος μπίζνεσμαν και μια έξυπνη, δυναμική, ειλικρινής καλλιτέχνης – ενώνονται βαθμιαία χάρη σε ένα φρικώδες ψέμα.

Όλη η ταινία είναι μια αναμονή για το πότε επιτέλους ο απατεώνας θα σηκωθεί να της ξεστομίσει την αλήθεια. Στην πορεία, ο Ντιμπόσκ σκαρφίζεται γκαγκς άλλοτε σπαρταριστά κι άλλοτε σαχλά. Πάντως όχι ανιαρά, χάρη στο σωστό τάιμινγκ και το συμπαγή ρυθμό που καταφέρνει διαρκώς να συντηρεί. Ούτε και προσβλητικά, χάρη στη διακριτικότητα με την οποία χειρίζεται το θέμα της αναπηρίας, κάτι στο οποίο συμβάλλει και η άψογα σταθμισμένη ερμηνεία της Αλεξαντρά Λαμί. Ο σκηνοθέτης και συμπρωταγωνιστής της, την χαρακτηρίζει μάλιστα ως «ένα σπάνιο μαργαριτάρι», καθώς για τις ανάγκες του ρόλου η Λαμί έμαθε να παίζει βιολί, αλλά και τένις σε αναπηρικό καροτσάκι.

 Σκηνοθεσία: Φρανκ Ντιμπόσκ

Σενάριο: Φρανκ Ντιμπόσκ

Πρωταγωνιστούν: Φρανκ Ντιμπόσκ, Αλεξαντρά Λαμί, Ζεράρ Νταρμόν, Ελσα Ζίλμπερσταϊν (Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Β’ γυναικείου ρόλου για το «Απλά… σ’αγαπώ» το 2009), Καρολίν Ανγκλάντ, Λορέν Μπατό, Κλοντ Μπρασέρ (Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου για το «La guerre des polices» το 1980, Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου για τα «Ο μεγάλος κομπιναδόρος» και «Un éléphant ça trompe énormément» το 1977), Φρανσουά-Ξαβιέ Ντεμεζόν

Διάρκεια: 107 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=2AHH02_5N-k

Η Οικουγένεια (La Ch’tite Famille)
του Ντάνι Μπουν

Ο Βαλεντίν Ντε και η Κονστάνς Μπραντ, το πιο προβεβλημένο ζευγάρι της αρχιτεκτονικής και του design, ετοιμάζεται πυρετωδώς για τα εγκαίνια της αναδρομικής τους έκθεσης στο Παρίσι, στο εμβληματικό Palais de Tokyo. Αυτό που κανείς δεν ξέρει είναι ότι για να αναρριχηθεί ο Valentin στον λαμπερό κόσμο του design, έπρεπε να πει ψέματα για την ταπεινή του επαρχιακή καταγωγή. Όταν η μητέρα του, ο αδελφός του και η νύφη του εμφανίζονται στο γκαλά, οι δύο κόσμοι συγκρούονται. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο ίδιος ο Valentin συγκρούεται με ένα αυτοκίνητο, χάνει τη μνήμη του και επανέρχεται πιο λαϊκός από ποτέ.

Άλλο ένα καλοκαίρι, άλλη μια ταινία του δημοφιλούς Γάλλου κωμικού Ντάνι Μπουν στα θερινά σινεμά της χώρας. Μετά το περσινό ατόπημά του («Μ.Α.Τ. Μονάδα Αποδόμησης Τάξης»), ο Μπουν προσπαθεί να επανορθώσει, επιστρέφοντας με μεγάλα κέφια με ένα φιλμ στο οποίο πρωταγωνιστεί, γράφει και σκηνοθετεί, και έκανε τους Γάλλους να τρέξουν στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας, κάνοντας έτσι το καλύτερο άνοιγμα για γαλλική ταινία τα τελευταία 10 χρόνια.

«Η Οικουγένεια» (!), εμφανίζει αρκετές ομοιότητες με την πρώτη του μεγάλη επιτυχία «Είναι Τρελοί Αυτοί οι Βόρειοι», κάνοντας τον Μπουν να θυμηθεί και πάλι τη βόρεια κληρονομιά του και στη σάτιρα των διαφορών του γαλλικού Βορρά με την υπόλοιπη χώρα. Ξαναζεσταμένο φαγητό εν μέρει σίγουρα, αλλά εδώ ο Μπουν προσθέτει το μυστικό συστατικό της οικογένειας για να κάνει την ιστορία του ίσως λίγο παραπάνω πολιτικά ορθή σε σχέση με πριν.

Σαν ιδέα δείχνει χαριτωμένη, αλλά το σενάριο γρήγορα πέφτει σε κοινότυπες ευκολίες και κλισέ – οι σνομπ, ψυχροί και απρόσωποι πρωτευουσιάνοι εναντίον των καλόψυχων, αγαθών και τίμιων επαρχιωτών – και εξελίσσεται με αρκετά προβλέψιμο τρόπο. Η «Οικουγένεια» δείχνει να απευθύνεται περισσότερο στο γαλλικό παρά σε ένα ευρύ κοινό. Ένα κοινό που φαίνεται ότι απλά διασκεδάζει με τις ταινίες του Μπουν, αλλά δυσκολεύεται να συνδεθεί μαζί τους και να τις αγαπήσει πραγματικά όπως κάνουν, με τυφλή μάλλον εμπιστοσύνη, οι συμπατριώτες του.

Σκηνοθεσία: Ντάνι Μπουν

Σενάριο: Ντάνι Μπουν, Σαρά Καμίνσκι

Πρωταγωνιστούν: Ντάνι Μπουν, Λιν Ρενό, Πιερ Ρισάρ (Τιμητικό Σεζάρ το 2006), Φρανσουά Μπερλεάν (Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου για το «Ma petite entreprise» το 2000), Γιαν Τουάλ, Λόρενς Αρν, Βαλερί Μπονετόν

Διάρκεια: 107 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=xUWrT8pvEiw