Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους (γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 19.4.2018)

Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους…

γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 19.4.2018
μπλογκ στο «Ζω Φωκίδα!»: Σινεφίλ

Αγνοώντας τις «χαμηλές πτήσεις» των εισιτηρίων το τελευταίο διάστημα, η ελληνική διανομή αποφασίζει να βγαίνουν περισσότερες ταινίες κάθε εβδομάδα. Αυτήν την Πέμπτη, στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες θα δούμε ένα stop-motion animation με σκύλους, μια γαλλοελληνική συμπαραγωγή, μια νουάρ ιστορία δράσης στη «σκοτεινή» Ελλάδα του σήμερα, ένα αποκαλυπτικό ταξίδι στη μεγάλη americana της ανθρώπινης μοναξιάς, μια τρυφερή ιστορία με μια σημαντική αποκάλυψη, την επίσημη υποβολή της Νορβηγίας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, ένα ιστορικό δράμα για τις τελευταίες μέρες του Γερμανού Αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β, ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ φρίκης, τη συνέχεια του franchise ταινιών τρόμου που εμπνέεται από τα πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν σαράντα χρόνια στο Άμιτιβιλ και ένα ντοκιμαντέρ που εντρυφά στο φως και τα σκοτάδια ενός μοντέρνου φιλοσόφου.

Το Νησί των Σκύλων (Isle of Dogs)
του Γουές Άντερσον

Η δεύτερη stop-motion ταινία κινουμένων σχεδίων του Γουές Άντερσον είναι μια θαυμάσια περιπέτεια που μιλά για τη φιλία, την οικολογία, την αγάπη για τα ζώα, την τεχνολογία και την εξουσία, με φόντο την Ιαπωνία και το σινεμά του Κουροσάβα, και με τις φωνές μερικών εκ των κορυφαίων και πιο αγαπημένων ηθοποιών του σύγχρονου σινεμά.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία του Ατάρι Κομπαγιάσι, ενός 12χρονου προστατευόμενου του διεφθαρμένου Δημάρχου Κομπαγιάσι. Όταν, με Προεδρικό Διάταγμα, αποφασίζεται να μεταφερθούν όλοι οι σκύλοι της πόλης Μεγκασάκι σε μία αχανή χωματερή, ονόματι Νησί των Σκουπιδιών, ο Ατάρι ξεκινά μόνος του την αναζήτηση του σκύλου – σωματοφύλακά του, Σποτς. Εκεί, με τη βοήθεια μίας αγέλης ημίαιμων φίλων, αρχίζει ένα επικό ταξίδι που θα καθορίσει την τύχη και το μέλλον ολόκληρης της Νομαρχίας.

Με ισόποσες δόσεις χιούμορ και δράσης, η ταινία αποτελεί ένα φόρο τιμής στη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά του ιαπωνικού κινηματογράφου, στην αφοσιωμένη συντροφιά των σκύλων, στον ηρωισμό εκείνων που συνήθως περνούν απαρατήρητοι, στη φύση, στην αποδοχή και, πάνω απ’ όλα, στον «ιερό» δεσμό παιδιού – σκυλιού που αποτελεί την αφορμή γι’ αναρίθμητες περιπέτειες.

Η δημιουργία της ταινίας οφείλεται στις απίθανες ιδέες του Γουές Άντερσον, Ρόμαν Κόπολα, Τζέισον Σβάρτσμαν και Κουνίτσι Νομούρα που κάθισαν όλοι μαζί και συζήτησαν για σκυλιά, χωματερές, παιδικές περιπέτειες και ιαπωνικές ταινίες του ’50 και του ‘60. Το τελευταίο μάλιστα ήταν κλειδί – και ο Ακίρα Κουροσάβα ο κλειδοκράτορας. «Θέλαμε να κάνουμε κάτι ρετρο – φουτουριστικό», παραδέχεται ο σκηνοθέτης. «Πιστεύουμε ότι όλη η ταινία είναι μια αναφορά στην μεταπολεμική ιαπωνική κουλτούρα, τα ιαπωνικά κόμιξ και τους Ιάπωνες σκηνοθέτες, με τον Κουροσάβα να είναι η κύρια επιρροή».

Η τεράστια πρόκληση σε επίπεδο σχεδιασμού ήταν αυτή που οδήγησε στην ιδέα για μια ακόμα stop-motion ταινία. Από την πρότερη εμπειρία του στο «Ο Απίθανος Κύριος Φοξ», ο Άντερσον γνώριζε ότι θα έπρεπε να οπλιστεί με την απαιτούμενη υπομονή, την απαραίτητη δεξιοτεχνία και τον σωστό τρόπο διαχείρισης της ροής εργασιών προκειμένου να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Βέβαια, τα πάντα στη νέα του ταινία έπρεπε να είναι διαφορετικά και σίγουρα πιο πολύπλοκα καθώς ο φαντασιακός κόσμος που έπλασε δεν βασιζόταν σε πηγές και αρχειακό υλικό. Έτσι, επινοήθηκαν μια νέα, αποχρωματισμένη παλέτα και μια αντίστοιχη φωτογραφία.

Επίσης, την ταινία «ντύνουν» μουσικά τα taiko drums, χαρακτηριστικά κρουστά του θεάτρου Kabuki, που έκαναν την εμφάνισή τους τον 6ο αιώνα. Ο Ντεσπλά (πρόσφατα βραβευμένος με Όσκαρ για το soundtrack της ταινίας «Η Μορφή του Νερού») μίξαρε παραδοσιακές taiko συνθέσεις με απρόσμενα όργανα, όπως σαξόφωνο και κλαρινέτο, φτιάχνοντας ένα ηχητικό περιβάλλον τόσο ασυνήθιστο και δελεαστικό, όσο το  Νησί των Σκουπιδιών στην ταινία. Στην ταινία, ακούγονται και ονειρικά, ακουστικά κομμάτια της ψυχεδελικής ροκ μπάντας του ‘60 West Coast Experimental Pop Art.

 Σκηνοθεσία: Γουές Άντερσον (Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου για το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» το 2015, Ασημένια Άρκτος για το «Το Νησί των Σκύλων» το 2018 & για το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» το 2014 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου, Χρυσός Λέοντας για το «Ταξίδι στο Darjeeling» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2007)

Σενάριο: Γουές Άντερσον

Με τις φωνές των: Μπράιαν Κράνστον (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική σειρά για το «Breaking Bad» το 2014, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική σειρά για το «Breaking Bad» το 2014, 2010, 2009 & 2008, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερης δραματικής σειράς για το «Breaking Bad» το 2014 & 2013), Γκρέτα Γκέργουιγκ, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Σκάρλετ Τζοχάνσον (Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου για το «Χαμένοι στη μετάφραση» το 2004, Τιμητικό Σεζάρ το 2014, Upstream Prize για το «Χαμένοι στη μετάφραση» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2003), Χάρβεϊ Καϊτέλ (Ασημένια Άρκτος για το «Smoke» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 1995, Golden Ciak Καλύτερου ηθοποιού για το «Επικίνδυνο Παιχνίδι» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1993), Φράνσις ΜακΝτόρμαντ (Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου για το «Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» το 2017 και για το «Fargo» το 1997, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε δραματική ταινία & Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλουγια το «Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» το 2018, Χρυσή Σφαίρα Εξαιρετικού επιτεύγματος για το «Στιγμιότυπα» το 1994, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία και Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερης μίνι σειράς για το «Olive Kitteridge» το 2015, Tribute to Independent Vision Award στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 1998, Τιμητικό Βραβείο Persol Ταλέντου με όραμα το 2014 & Ειδικό Κύπελλο Βόλπι για το «Στιγμιότυπα» το 1993 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας), Μπιλ Μάρεϊ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μουσική ή κωμική ταινία για το «Χαμένοι στη μετάφραση» το 2004, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Olive Kitteridge» το 2015, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου σεναρίου σε σειρά ποικίλης ύλης για το «Saturday Night Live» το 1977), Έντουαρντ Νόρτον (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε ταινία για το «Φόβος Ενστίκτου» το 1997), Γιόκο Όνο (Βραβείο Γκράμι Καλύτερου μουσικού βίντεο μεγάλου μήκους το 2001), Τίλντα Σουίντον (Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου & Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Β’ γυναικείου ρόλου για το «Μάικλ Κλέιτον» το 2008, Special Teddy στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2008, Βραβείο Καλύτερης ηθοποιού για το «Orlando» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1992, Κύπελλο Βόλπι Καλύτερης ηθοποιού για το «Edward II» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1991), Λιβ Σράιμπερ (Laterna Magica Prize & Biografilm Award για το «Everything Is Illuminated» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2005)

Διάρκεια: 102 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=xYsefJaeYf8

Μποέμικη ψυχή (Djam)
του Τόνι Γκάτλιφ

Μια νεαρή Ελληνίδα, η Τζαμ, αποστέλλεται στην Κωνσταντινούπολη από τον θείο της Κακούργο, πρώην ναυτικό και παθιασμένο θαυμαστή του Ρεμπέτικου, σε μια αποστολή να βρει ένα σπάνιο μέρος του κινητήρα για το σκάφος τους. Εκεί συναντά την Αβρίλ, 18 ετών από τη Γαλλία που βρίσκεται σε εθελοντική αποστολή για τους μετανάστες και έχασε τα χρήματά της ενώ δεν γνωρίζει κανέναν στην Τουρκία.

Η Τζαμ, γενναιόδωρη, αθόρυβη, απρόβλεπτη και ελεύθερη, παίρνει υπό την προστασία της την Αβρίλ και κατευθύνονται προς τη Μυτιλήνη σε ένα ταξίδι γεμάτο μουσική, συναντήσεις, απρόοπτα και ελπίδα.

Η αίσθηση που αφήνουν οι ταινίες του Τόνι Γκάτλιφ, είναι μίας πηγαίας ζωντάνιας. Είναι γιός Καβύλου πατέρα και τσιγγάνας μητέρας. Το 1960, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας, έρχεται από το Αλγέρι στη Γαλλία. Ξεκινάει πρώτα ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις και στη συνέχεια, το 1975, σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία «La tête en ruine». Από το 1981 αρχίζει να ασχολείται με το αγαπημένο του θέμα: γυρίζει στην Ισπανία το «Canta gitano», την πρώτη ταινία που εγείρει την κατάσταση των τσιγγάνων. Το 2012, αφήνει πίσω τον κόσμο των τσιγγάνων και αφοσιώνεται στο Indignados, ντοκιμαντέρ για την Ευρώπη των Αγανακτισμένων.

«Η ιδέα της ταινίας προέκυψε από το ρεμπέτικο, που ανακάλυψα το 1983 σε ένα ταξίδι στην Τουρκία, όπου είχα βρεθεί για την προβολή της ταινίας μου Les Princes. Το ρεμπέτικο ξεκίνησε στις φτωχογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και εξαπλώθηκε στα νησιά, όταν ο Ατατούρκ εξόρισε τους Έλληνες που ζούσαν στην Τουρκία. Δεν υπάρχει θυμός σ’ αυτή τη μουσική, περισσότερο μελαγχολία και εξέγερση, όπως άλλωστε ισχύει γενικά στη μουσική που μου αρέσει. Είναι η μουσική αυτών που ζουν χωρίς αγάπη, αυτών που είναι περήφανοι για τον εαυτό τους. Ανατρεπτική μουσική. Στο ρεμπέτικο, οι στίχοι είναι λέξεις που θεραπεύουν» αναφέρει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος.

Στην ερώτηση γιατί έκανε μία ταινία για αυτό το είδος μουσικής αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο, έδωσε της εξής απάντηση: «Τα ρεμπέτικα είναι τραγούδια της εξορίας, των Ελλήνων που έφυγαν από τη Σμύρνη με βάρκες. Στη δουλειά μου, όλα πηγάζουν από τη μουσική και την εξορία. Όταν ήμουν παιδί, τη δεκαετία του ’60, είδα Ευρωπαίους αποίκους να φεύγουν από την Αλγερία. Τους βλέπω ακόμα δακρυσμένους, καθισμένους στις βαλίτσες τους στο λιμάνι, περιμένοντας ένα καράβι για τη Γαλλία. Ήμουν εκεί μαζί τους. Βλέπω τους Βιετναμέζους είκοσι χρόνια μετά σε αναποδογυρισμένες βάρκες στην ίδια κατάσταση με τους σημερινούς πρόσφυγες και τα σαπιοκάραβα που τους ξεβράζουν στις ακτές της Λέσβου. Έχω δει τόσους ανθρώπους καταδικασμένους στην εξορία που μ’ αυτή την ταινία ήθελα να μιλήσω για όλους τους μετανάστες του χθες και του σήμερα».

Σκηνοθεσία: Τόνι Γκάτλιφ (Βραβείο Καλύτερης σκηνοθεσίας για το «Εξόριστοι» το 2004 & Un Certain Regard Award για το «Latcho Drom» το 1993 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών, Βραβείο Σεζάρ Καλύτερης πρωτότυπης μουσικής επένδυσης για το «Τσιγγάνικο αίμα» το 2001 & για το «Υπάρχουν ακόμα γελαστοί τσιγγάνοι» το 1999)

Σενάριο: Τόνι Γκάτλιφ

Πρωταγωνιστούν: Δάφνη Πατακιά (EFP Shooting Star στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2016), Σάιμον Αμπκαριάν (Βραβείο Καλύτερου ηθοποιού για το «Ve’Lakhta Lehe Isha» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2004), Μαρίν Καριόν, Κίμων Κουρής, Γιάννης Μποσταντζόγλου, Μιχάλης Ιατρόπουλος

Διάρκεια: 97 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=DK8iWnUy8jM

Μπλε Βασίλισσα (Blue Queen)
του Αλέξανδρου Σιπσίδη

O βραβευμένος για τις μικρού μήκους ταινίες του, Αλέξανδρος Σιπσίδης, ενώνει δύο σπουδαίες γενιών ηθοποιών σε μια σύγχρονη ταινία δράσης με στοιχεία νουάρ.

Όλα ξεκινάνε με τη ληστεία της Μπλε Βασίλισσας, ενός από τα πολυτιμότερα διαμάντια του κόσμου, από μια ομάδα μαφιόζων, που δουλεύουν για τον αδίστακτο Άγγελο. Ο Γιάννης, ένας από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του, παροτρύνεται από τη σύζυγό του, Λένα, συμμαχούν με τον ψυχρό εκτελεστή Σταύρο και προδίδουν τον Άγγελο, κλέβοντάς του το δαχτυλίδι, με σκοπό να το πουλήσουν σε έναν μυστηριώδη «Αγοραστή».

Ποια, όμως, είναι τα πραγματικά κίνητρα της Λένας; Τι κρύβει ο Σταύρος και ποιος είναι ο ρόλος του Νίκου, του φαινομενικά ήσυχου και αμίλητου οδηγού του Άγγελου; Όλα θα απαντηθούν στο τέλος, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου όπου θα έρθει η κορύφωση, το Δωμάτιο 115. Εκεί, οι διαφορετικές οπτικές των τεσσάρων θα ενωθούν σε μια τελική αναμέτρηση με απρόσμενο φινάλε. Είναι, όμως, αυτό το τέλος της ιστορίας ή πρέπει να μπει και το τελευταίο κομμάτι του παζλ από τον πιο απρόσμενο και συνάμα καθαρτικό κρίκο της αφήγησης;

Η «Μπλε Βασίλισσα» υπόσχεται να μας μπλέξει στα γρανάζια ενός μεγάλου κόλπου, να μας συστήσει τα μέλη μίας πλεκτάνης που ο ιστός της υφαίνεται κι εκτός κάδρου και να μας αιφνιδιάσει με τις ανατροπές της.

«Η Μπλε Βασίλισσα είναι μια σύγχρονη ταινία δράσης γεμάτη ανατροπές που έχει στοιχεία νουάρ. Τέτοιου είδους ταινίες είναι δύσκολο να γυριστούν από άποψη κόστους, γιατί δε στηρίζονται εύκολα από ελληνικές παραγωγές. Επίσης, δε θεωρείται καλλιτεχνικό είδος στην Ελλάδα, για να υποστηριχτεί από το Ε.Κ.Κ. Για αυτούς τούς λόγους είναι κάπως ανεξερεύνητη περιοχή για το ελληνικό σινεμά. Βέβαια ο Έλληνας θεατής τις παρακολουθεί χρόνια. Το να ονειρευτείς δεν είναι καθόλου δύσκολο. Το να το γυρίσεις είναι πάρα πολύ για τους λόγους που προανέφερα. Συν του ότι πρέπει να συνεργαστείς με πολλούς ανθρώπους και να τους επικοινωνήσεις το έργο που φαντάζεσαι. Συνεργάζεσαι, δένεσαι και γίνεσαι φίλος με την ομάδα σου. Για να το πραγματοποιήσεις θέλει σκληρή δουλειά, υπομονή, επιμονή και τη βοήθεια των φίλων σου, όπως σε κάθε ταινία μάλλον που γυρίζεται στην Ελλάδα» δήλωσε σε συνέντευξη του ο σκηνοθέτης.

«Η Μπλε Βασίλισσα» είναι αναμφίβολα μία πρωτότυπη ταινία και κάτι διαφορετικό για το ελληνικό σινεμά. Το στόρι θα ικανοποιήσει τους λάτρεις του μυστηρίου και των αναπάντεχων εξελίξεων και σε κάποιους θα κάνει μεγάλη εντύπωση η πλοκή και ο τρόπος παρουσίασης της, θυμίζοντας αστυνομικές ταινίες Χόλιγουντ υψηλών προδιαγραφών.

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Σιπσίδης (Best Student Film για το «Milk» στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας το 2008)

Σενάριο: Δημήτρης Ευλαμπίδης, Απολλωνία Τσαντά

Πρωταγωνιστούν: Μιχάλης Οικονόμου, Ράσμι Σούκουλη, Δημήτρης Ήμμελος (Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για το «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» το 2011), Θέμης Πάνου (Βραβείο Α’ Ανδρικού Ρόλου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου & Κύπελλο Βόλπι Καλύτερου ηθοποιού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βνετίας για το «Miss Violence» το 2014 & 2013 αντίστοιχα), Φωτεινή Λεβογιάννη

Διάρκεια: 90 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=Udd7oDFW328

Καλπάζοντας με το Όνειρο (The Rider)
της Κλόε Ζάο

Ένα άλλοτε ανερχόμενο αστέρι στις αρένες του Ροντέο, ο νεαρός καβαλάρης Μπράντι, βρίσκεται αντιμέτωπος με τη ματαίωση όταν ένας σοβαρότατος τραυματισμός τον υποχρεώνει να μείνει μακριά από αυτό που αγαπά. Ελλείψει εναλλακτικών ή επιθυμίας να ακολουθήσει διαφορετικό μονοπάτι από αυτό του καουμπόι, ο Μπράντι καλείται να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του.

Πόσο βαρύ είναι όμως το τίμημα του να γυρνάς την πλάτη στις επιθυμίες σου; Πρόκειται για ένα συναισθηματικά γενναιόδωρο δράμα, το οποίο υπογράφει μία από τις ταχύτατα ανερχόμενες σκηνοθετικές φωνές της Αμερικής και απέσπασε το βραβείο στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάννες και τη Χρυσή Αθηνά στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Όπως η ίδια η Κλόε Ζάο δηλώνει, εκείνο που την εμπνέει είναι η ίδια η ζωή. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως και στη νέα της ταινία, μπολιάζει τη μυθοπλασία που εξυφαίνει στα πιο απρόσμενα σημεία της αχανούς αμερικανικής ενδοχώρας με ιστορίες καθημερινών ανθρώπων. Στην επιστροφή της στο Διαγωνιστικό των Νυχτών Πρεμιέρας, δύο χρόνια μετά τα βραβευμένα «Τραγούδια που μου Έμαθαν τα Αδέρφια μου», η Ζάο υπέγραψε ένα αναπάντεχα ώριμο φιλμ για το δομικό ρόλο της επιθυμίας στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας.

Η ιστορία για τη δημιουργία της ταινίας άρχισε το 2015, όταν η Κλόε επισκέφτηκε ένα ράντσο στο Πάιν Ριτζ και συναντήθηκε με έναν 20χρονο καουμπόι από τη Λακότα που ονομάζεται Μπρέιντι Τζάντρο. Ο Μπρέιντι είναι μέλος της φυλής Lower Brule Sioux. Είναι αναβάτης και προπονητής αλόγων, ο οποίος ζει κοντά στη γη. Κυνηγάει με άλογο, ψαρεύει στο ποτάμι, ξοδεύει τις περισσότερες μέρες του με άγρια ​​άλογα εκπαιδεύοντάς τα μέχρι να είναι κατάλληλα για πώληση.

Όπως ένα ψάρι στο νερό, ο Μπρέιντι φαίνεται να καταλαβαίνει κάθε κίνηση του αλόγου, σαν να είναι κλειδωμένος σε κάποιου είδους τηλεπαθητικής ρουτίνας μαζί του. Κάνοντας ένα βήμα προς αυτό, αργά και απαλά, δημιουργείται μεταξύ τους μια εμπιστοσύνη. Αυτό το κάνει από την ηλικία των οκτώ ετών και είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο. Την Κλόε την τράβηξε αμέσως και άρχισε να συγκεντρώνει ιδέες για μια ταινία για τον Μπρέιντι.

Σκηνοθεσία: Κλόε Ζάο (Χρυσή Αθηνά για το «Καλπάζοντας με το Όνειρο» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας το 2017, C.I.C.A.E. Award για το «Καλπάζοντας με το Όνειρο» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2017)

Σενάριο: Κλόε Ζάο

Πρωταγωνιστούν: Μπρέιντι Τζάντρο, Κατ Κλίφορντ, Λέιν Σκοτ, Λίλι  Τζάντρο, Τιμ Τζάντρο

Διάρκεια: 104 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=ivervrodsjA

Οικογενειακός Φίλος (Le Fils de Jean)
του Φιλίπ Λιορέτ

Ο Ματιέ είναι 33 ετών αλλά ποτέ δεν γνώρισε τον πατέρα του. Η μητέρα του – που δεν ζει πια – πάντα του έλεγε ότι ήταν αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάντησης. Μια μέρα δέχεται ένα τηλεφώνημα, που τον ενημερώνει ότι ο πατέρας του ήταν Καναδός και ότι μόλις είχε πεθάνει. Επίσης, μαθαίνει ότι έχει δύο εξ αγχιστείας αδερφούς και αποφασίζει να πάει στην κηδεία για να τους γνωρίσει. Φτάνοντας όμως στον Καναδά συνειδητοποιεί ότι κανείς δε γνωρίζει την ύπαρξή του. Είναι εντελώς μόνος, σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον.

Όταν μαθαίνεις ότι ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων βρίσκεσαι ήδη μέσα σε ένα policier, αυτά που καταγράφουν το μεγάλο μυστήριο της ζωής, των αναπάντεχων διαδρομών που ενώνουν τους ανθρώπους, τα μυστικά και τις ενοχές που συνήθως τους κρατάνε μακριά. Δεν υπάρχει ούτε ένα λεπτό στο φιλμ που να μην ερμηνεύεται διττώς ή με ερμηνείες που ο κάθε θεατής επιθυμεί να αποδώσει σε αυτήν την τόσο απλή ιστορία.

Ο ρυθμός είναι αργός – όπως οφείλει ίσως να είναι μια υπαρξιακή αναζήτηση που σε βρίσκει σε ξένο μέρος ανάμεσα σε ανθρώπους που δε γνωρίζεις. Η πορεία του Ματιέ μοιάζει ταυτόχρονα με αυτήν ενός εφήβου που βρίσκεται ενώπιον της ενηλικίωσής του και ενός αντι-ήρωα που βρίσκεται στο κέντρο ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που ενώ όλοι γνωρίζουν την αλήθεια, κανείς δεν είναι πρόθυμος να την αποκαλύψει.

«H ταινία δεν είναι ταινία μυστηρίου, παρόλα αυτά, βασίζεται σε μια αποκάλυψη, που όλοι μας  –οι ηθοποιοί, οι τεχνικοί κι εγώ- προσπαθούμε με κάθε τρόπο να διατηρήσουμε μυστική, ώστε να κρατήσουμε άθικτη την έκπληξη του θεατή. Σας παρακαλούμε βοηθήστε μας να το καταφέρουμε» αναφέρει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης στο σημείωμα του.

Σκηνοθεσία: Φιλίπ Λιορέτ (Prize of the Ecumenical Jury & Label Europa Cinemas για το «Welcome» στο Διεθνές Φεστιβά Κινηματογράφου Βερολίνου το 2009)

Σενάριο: Φιλίπ Λιορέτ, Ναταλί Κάρτερ

Πρωταγωνιστούν: Πιερ Ντελαντοσάμπ (Βραβείο Σεζάρ Πλέον υποσχόμενου Γάλλου ηθοποιού για το «Ο άγνωστος της λίμνης» το 2013), Γκαμπριέλ Αρκάντ, Κατρίν Ντε Λιν, Μαρί-Τερέζ Φορτίν, Πιερ Ιβ Καρντινάλ

Διάρκεια: 98 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=laCWYO06fpw

Θέλμα (Thelma)
του Γιοακίμ Τρίερ

Η Θέλμα είναι μια ντροπαλή νεαρή κοπέλα, η οποία αφήνει πίσω της τους θρησκόληπτους γονείς της σε μια μικρή πόλη της δυτικής ακτής στη Νορβηγία, προκειμένου να σπουδάσει σε ένα πανεπιστήμιο του Όσλο. Μια μέρα κι ενώ βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου για να διαβάσει, κυριεύεται από μια έντονη και αναπάντεχη κρίση, η οποία μοιάζει με εκείνες της επιληψίας.

Το ίδιο αναπάντεχη είναι για τη Θέλμα η έλξη που νιώθει για την Άνγια, μια πανέμορφη συμφοιτήτριά της, η οποία δείχνει να ανταποκρίνεται στην μαγνητική παρουσία της μοναχικής, παράξενης επαρχιώτισσας. Καθώς κυλάει η ακαδημαϊκή χρονιά, η Θέλμα κυριεύεται ολοένα και περισσότερο από τα έντονα αισθήματά της για την Άνγια. Αισθήματα που δεν τολμά να τα παραδεχτεί ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, όμως, βιώνει ολοένα και συχνότερες και πιο έντονες κρίσεις. Καθώς καθίσταται ξεκάθαρο ότι αυτές οι κρίσεις αποτελούν απλώς ένα σύμπτωμα ανεξήγητων, ενδεχομένως και επικίνδυνων, υπερφυσικών ικανοτήτων, η Θέλμα καλείται να αντιμετωπίσει τραγικά μυστικά του παρελθόντος της αλλά και τις τρομακτικές επιπτώσεις των δυνάμεών της.

Πρόκειται για μια ταινία τρόμου με μεταφυσικά στοιχεία, ένα ρομαντικό δράμα, που χρησιμοποιεί την ανάπτυξη υπερφυσικών δυνάμεων ως αναλογία για τις επιζήμιες αξίες που έχουν στην σεξουαλικότητα μιας νεαρής γυναίκας. Θυμίζει το «Carrie», αν αφαιρέσετε το σκοτεινό χιούμορ του Μπράιαν Ντε Πάλμα και την ωμή βία του Στίβεν Κινγκ, και προσθέσετε μια ευδιάκριτη ευρωπαϊκή σπουδή στην ατμόσφαιρα και τον αισθησιασμό.

Με 23 υποψηφιότητες και 7 νίκες βραβείων εκ των οποίων τέσσερα για την κατηγορία Καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, ένα για τον Γιάκομπ Ιρέ και την κατηγορία ADF Καλύτερης διεύθυνσης φωτογραφίας, ένα για την Eλι Χάρμπο ως Καλύτερης ηθοποιού και τέλος για τον εκπληκτικό Νορβηγό σκηνοθέτη Γιοακίμ Τρίερ που απέσπασε το Νορβηγικό βραβείο κριτικών κινηματογράφου, το μόνο σίγουρο είναι ότι εδώ μιλάμε για μια ταινία άξια προσοχής.

Σκηνοθεσία: Γιοακίμ Τρίερ

Σενάριο: Εσκιλ Βογκτ (Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου για το «Blind» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας το 2014, Label Europa Cinemas για το «Blind» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2014, Screenwriting Award για το «Blind» Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance), Γιοακίμ Τρίερ

Πρωταγωνιστούν: Eλι Χάρμπο (EFP Shooting Star στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2018), Κάια Γουίλκινς, Χένρικ Ράφαλσεν

Διάρκεια: 116 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=DCcCj0RVLFM

Το Τελευταίο Φιλί του Κάιζερ (The Exception)
του Ντέιβιντ Λεβού

Ένας Γερμανός στρατιώτης, ο Στέφαν αναλαμβάνει την αποστολή να ερευνήσει τον Γερμανό εξόριστο μονάρχη Κάιζερ. Ο Κάιζερ διαμένει σε μια απομονωμένη έπαυλη στην Ολλανδία και καθώς η Γερμανία καταλαμβάνει τις Κάτω Χώρες, οι αρχές της χώρας ανησυχούν ότι Ολλανδοί κατάσκοποι ίσως παρακολουθούν τον Κάιζερ.

Καθώς ο Στεφάν αρχίζει να εμβαθύνει στη ζωή του Κάιζερ ψάχνοντας για στοιχεία, βρίσκει τον εαυτό του παγιδευμένο σε μια αναπάντεχη και παθιασμένη σχέση με τη Μίκι, μια από τις καμαριέρες του Κάιζερ, για την οποία σύντομα ο Στεφάν ανακαλύπτει ότι είναι Εβραία. Όταν ο Χίμλερ, ως επικεφαλής των Ναζί αποφασίζει να κάνει μία απροειδοποίητη επίσκεψη, μια αντίστροφη μέτρηση ξεκινά καθώς μυστικά αποκαλύπτονται, η πίστη δοκιμάζεται και ο Στεφάν καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην πατρίδα και την καρδιά του.

«Το Τελευταίο Φιλί του Κάιζερ» βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άλαν Τζουντ. Ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λεβού δημιουργεί ένα καλογυρισμένο φιλμ, το οποίο επωφελείται σε μέγιστο βαθμό από την ξεχωριστή παρουσία και ερμηνεία του Κρίστοφερ Πλάμερ, ο οποίος κλέβει την παράσταση άμα τη εμφανίσει. Στα θετικά της ταινίας τα γυρίσματα σε φυσικούς χώρους, η εξαιρετική μουσική του Ιλάν Εσκερί και η σύντομη, αλλά καθοριστική για την πορεία του σεναρίου, εμφάνιση του Έντι Μάρσαν στον ρόλο του Χίμλερ.

Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται οι ανθρώπινες επιλογές και το ζήτημα του αν και κατά πόσο μπορεί κάποιος να αψηφήσει εντολές, υπακούοντας ωστόσο, στη δική του προσωπική ηθική. Αν μπορεί να γίνει η εξαίρεση, στην οποία αναφέρεται ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας. Και μπορεί το φιλμ να μην ξεφεύγει από τα συνηθισμένα του είδους, πρόκειται ωστόσο για μια έντιμη προσπάθεια που θα ευχαριστήσει όσους αγαπούν τις ταινίες εποχής.

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λεβού

Σενάριο: Σιμόν Μπερκ

Πρωταγωνιστούν: Λίλι Τζέιμς, Τζάι Κόρτνεϊ, Κρίστοφερ Πλάμερ (Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε ταινία & Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου για το «Οι πρωτάρηδες» το 2010, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερης φωνητικής ερμηνείας για το «Madeline» το 1994, Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Arthur Hailey’s the Moneychangers» το 1977), Τζάνετ ΜακΤιρ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε μουσική ή κωμική ταινία για το «Tumbleweeds» το 2000, Special Jury Prize για το «Songcatcher» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance το 2000), Μπεν Ντάνιελς, Έντι Μάρσαν

Διάρκεια: 107 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=fx95X-TD7L4

Ιστορίες Φαντασμάτων (Ghost Stories)
των Τζέρεμυ Ντάισον και Άντι Νάιμαν

Σε μια άδεια παμπ, ο μεσήλικας Τόνι αφηγείται τον απόλυτο τρόμο που έζησε μια σημαδιακή νύχτα στις εγκαταλειμμένες αποθήκες του εργοστασίου όπου δούλευε ως φύλακας, με πεσμένο το ηλεκτρικό ρεύμα και απόκοσμες φωνές μικρών παιδιών να τον καταδιώκουν.

Στο παράξενα σιωπηλό σπίτι του, ο νευρωτικός έφηβος Σάιμον κλειδώνει την πόρτα του δωματίου του και ανακαλεί το βράδυ που χτύπησε με το αμάξι των γονέων του μια δαιμονική οντότητα σε έναν επαρχιακό δρόμο.

Ο Μάικ, αλαζόνας χρηματιστής, εξιστορεί τις εξωπραγματικές εμπειρίες του στην πολυτελή του βίλα, τη νύχτα που η σύζυγός του νοσηλευόταν στο μαιευτήριο λόγω αιφνίδιων επιπλοκών στην εγκυμοσύνη της.

Τρεις ιστορίες, τρεις υποθέσεις θέασης φαντασμάτων, έτσι όπως τις μαρτυρούν οι αυτόπτες μάρτυρες στον ορθολογιστή καθηγητή ψυχολογίας Φιλιπ Γκούντμαν, όταν ο τελευταίος καλείται από ένα παροπλισμένο ίνδαλμά του, πρώην πολέμιο των ψευδομέντιουμ και τώρα φανατικό υποστηριχτή του μεταφυσικού, να τις διερευνήσει.

Η φαντασία και η ευρηματικότητα που επιστρατεύει και «ντύνει» την πλοκή του το σκηνοθετικό ντουέτο, προκειμένου να αφηγηθεί μια ιστορία που δοκιμάζει έντονα τους νόμους της λογικής, είναι εντυπωσιακά και δε στηρίζονται στα γνωστά ακροβατικά και τις υπερβολές του είδους που αποσκοπούν στο να τρομάξει ο θεατής.

Αλλόκοτα φαινόμενα, ανεξήγητες ανατροπές και μια σχεδόν αναιδής στάση απέναντι σε κάτι που ξεπερνάει το «φυσιολογικό» κάνουν τις «Ιστορίες φαντασμάτων» ένα φιλμικό αξιοπερίεργο (βασισμένο στο ομότιτλο θεατρικό έργο των βρετανών δημιουργών), μια τσαμπουκαλεμένη ιστορία τρόμου αλλά και μια ανεπανάληπτη σπουδή πάνω στον αρχέγονο φόβο, τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και την οδύνη της προσωπικής ενοχής.

Σκηνοθεσία: Τζέρεμυ Ντάισον, Άντι Νάιμαν

Σενάριο: Τζέρεμυ Ντάισον, Άντι Νάιμαν

Πρωταγωνιστούν: Μάρτιν Φρίμαν (Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Sherlock» το 2014), Αλεξ Λόθερ, Νίκολας Μπερνς, Άντι Νάιμαν, Πολ Γουάιτχαουζ, Πολ Γουόρεν

Διάρκεια: 98 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=KN86f3g8LHM

Amityville: Το Ξύπνημα (Amityville: The Awakening)
του Φρανκ Καλφούν

Η Μπελ, η μικρή της αδελφή και ο αδελφός της που βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, μετακομίζουν με τη μητέρα τους, Τζόαν, σε ένα νέο και παράξενο σπίτι στο Άμιτιβιλ, προκειμένου να εξοικονομήσουν χρήματα και να καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στην ακριβή θεραπεία υγείας του νεαρού Τζέιμς.

Κάποια περίεργα φαινόμενα, όμως, – συμπεριλαμβανομένης και της ανεξήγητης, θαυματουργής ίασης του νεαρού αδελφού – δεν θ’ αργήσουν να κάνουν την εμφάνισή τους στο σπίτι της οικογένειας, με αποτέλεσμα η Μπελ να υποψιαστεί πλέον ότι η μητέρα τους, τους απέκρυψε την πλήρη ανατριχιαστική αλήθεια για το μυστηριώδες σπίτι. Όταν πλέον συνειδητοποιήσουν όλοι ότι το σπίτι στο οποίο μετακόμισαν είναι το ξακουστό στοιχειωμένο σπίτι του Άμιτιβιλ, ίσως να είναι αργά. Υπάρχει άραγε τρόπος να βγει κανείς από την κόλαση;

Για την ιστορία το Άμιτιβιλ, είναι ένα χωριό στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης και η ταινία είναι εμπνευσμένη από τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο σπίτι της οδού Ocean Avenue 112. Σε εκείνο το σπίτι το μακρινό 1974, ο Ρόναλντ Ντεφέο Τζούνιορ, τρελαμένος από τις φωνές που άκουγε, σκότωσε τα 6 μέλη της οικογένειας του. Τα θύματα βρέθηκαν μπρούμυτα στα κρεβάτια τους, χωρίς να έχουν κάποιο σημάδι πάλης ή αντίστασης. Ο Ντεφέο είναι ακόμα στη φυλακή και θα μείνει εκεί ως τον θάνατο του.

Η ταινία εμπνεύστηκε από το τότε γεγονός και έπλασε μια ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί. Κάτι παρόμοιο έγινε και 13 μήνες μετά το «φονικό» σε μια οικογένεια που αγόρασε το εν λόγω οίκημα. Αν λοιπόν δεν ήταν ο Τζωρτζ και η Κάθυ Λουτζ, να βιώσουν, να καταγράψουν και να παραδώσουν υλικό στον Τζέι Άνσον, που έγραψε το βιβλίο με την πραγματική ιστορία, δεν θα ήξερε κανένας από εμάς το τι είχε γίνει εκεί.

Είναι μια ιστορία που τοποθετείτε στο διάσημο στοιχειωμένο σπίτι και περιπλέκεται με έναν διαφορετικό τρόπο αλλά με σχεδόν παρόμοιο αποτέλεσμα. Είναι ολοφάνερο ότι με τέτοια ιστορία που υπάρχει, προκαλεί λίγη ανατριχίλα και εννοείται πως θα προσπαθήσει να μας κάνει να πεταχτούμε επάνω από τις θέσεις μας.

Αν σου αρέσουν αυτού του είδους οι ταινίες και αν έχεις δει όλες τις προηγούμενες που αναφέρονται στο συγκεκριμένο σπίτι (που αγγίζει τον εξωφρενικό αριθμό των 18) και έχεις την περιέργεια να δεις τι άλλο έχουν να προσθέσουν, μπορεί να περάσεις καλά.

Σκηνοθεσία: Φρανκ Καλφούν

Σενάριο: Φρανκ Καλφούν

Πρωταγωνιστούν: Μπέλα Θορν, Τζένιφερ Τζέισον Λι (Χρυσή Σφαίρα Εξαιρετικού επιτεύγματος το 1994 & Ειδικό Κύπελλο Βόλπι στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1993 για το «Στιγμιότυπα»), Κάμερον Μόναγκαν, Μακένα Γκρέις, Τόμας Μαν, Τζένιφερ Μόρισον, Κέρτγουντ Σμιθ

Διάρκεια: 85 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=MO-ubpotE0k

Κωστής Παπαγιώργης, ο πιο Γλυκός Μισάνθρωπος
της Ελένης Αλεξανδράκη

Η δημιουργός Ελένη Αλεξανδράκη, με τη δημιουργία αυτού του ντοκιμαντέρ, σκύβει πάνω από τη ζωή ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες διανοητές και συνθέτει το πορτρέτο του φίλου της μέσα από το έργο του και τις μαρτυρίες των ανθρώπων που τον γνώρισαν, τον κατανόησαν, τον θαύμασαν και τον αγάπησαν. Το τρυφερό, συγκινητικό και αναλυτικό αυτό εγχείρημα είναι μια διαφωτιστική εμπειρία για τα βιώματα και τα θέματα που διαπότισαν το έργο, τη ζωή, τη σκέψη και την ψυχή του Κωστή Παπαγιώργη.

Η σκηνοθέτιδα, εκτός από αναγνώστρια του έργου του Κωστή Παπαγιώργη, ήταν φίλη του για χρόνια. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του, στράφηκε ξανά στην ανάγνωση των βιβλίων του και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός αφιερώματος στον αγαπημένο της φίλο.

«Επειδή μου έλειπε πια η παρέα του είχα βουτηχτεί ξανά στην ανάγνωση των βιβλίων του και, χωρίς να το συνειδητοποιώ, είχα αρχίσει να φαντάζομαι μια ταινία» εξηγεί. Το γεγονός ότι ο Παπαγιώργης απέφευγε τη δημοσιότητα ήταν μια πρόκληση, αφού δεν είχε μιλήσει ποτέ στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο. «Ως εκ τούτου δεν άφησε εικόνες του, όπου να παρουσιάζει ο ίδιος τον εαυτό του. Έπρεπε να ζωγραφίσω το πορτρέτο του από μνήμης χωρίς εκείνος να ποζάρει» σχολιάζει η Αλεξανδράκη.

Ο υπότιτλος της ταινίας υπογραμμίζει την αμφισημία του Κωστή Παπαγιώργη. Η φράση «ο πιο γλυκός μισάνθρωπος» προέρχεται από μία ιδιόχειρη αφιέρωση που είχε κάνει ο φίλος του Χρήστος Βακαλόπουλος στον Παπαγιώργη. «Ο Χρήστος του είχε γράψει στο εσώφυλλο του βιβλίου του “Δεύτερη προβολή”: “Στον πιο γλυκό μισάνθρωπο της Καλλιδρομίου”. Αυτή η φράση βρίσκω ότι εμπεριέχει την ίδια την αμφισημία του Κωστή και όλο το ανεξάντλητο χιούμορ που μοιραζόντουσαν οι δύο φίλοι. Η φράση συμπυκνώνει νομίζω τον χαρακτήρα του και την προσέγγισή του στα πράγματα», λέει η δημιουργός.

Η δεύτερη ανάγνωση των βιβλίων και οι συζητήσεις με τη σύντροφο του Ράνια και με φίλους του, έδωσαν απαντήσεις σε κάποια αινίγματα σε σχέση με τη σκέψη του και τον χαρακτήρα του. Η ίδια του η ζωή μάλιστα είναι εξίσου συναρπαστική με το έργο του, και φυσικά αντανακλάται στα βιβλία του. Ο πληθωρικός διανοούμενος άφησε πίσω του ένα πλούσιο έργο που σφύζει από νοήματα και προεκτάσεις. Μια μείξη αγοραίου και λόγιου ύφους, μία οξυδερκής και μοναδική αποτύπωση της ανθρώπινης συνθήκης.

Η δεύτερη ανάγνωση των κειμένων, μετά τον θάνατο του ίδιου του συγγραφέα, ήταν η βάση για το σκαρίφημα του σεναρίου. Η Αλεξανδράκη κράτησε σημειώσεις από τα κείμενα και έτσι προέκυψε ο κορμός της εξιστόρησης. Με τα κείμενα αυτά στο μυαλό συνάντησε τους ομιλητές και προσπάθησε να εκμαιεύσει τη δική τους αλήθεια.

Η λίστα των ανθρώπων που μοιράστηκαν τον δικό τους Κωστή Παπαγιώργη με την κάμερα είναι μεγάλη. Φίλοι και συγγενείς του, η γυναίκα του, Ράνια Σταθοπούλου, άνθρωποι των γραμμάτων, καλλιτέχνες ακόμα και απλοί βιοπαλαιστές που σχετίζονταν μαζί του αποτέλεσαν τη σύνθεση που χρωμάτισε το πορτρέτο αυτής της συνταρακτικής προσωπικότητας.

Δύο ηθοποιοί, ο Ακύλλας Καραζήσης και ο Αργύρης Πανταζάρας, διαβάζουν τα κείμενα του Παπαγιώργη και γίνονται οι δύο φωνές του, οι δύο όψεις του. Guest star η Μαρία Πανουργιά, που εμφανίζεται σε σημεία, “εικονογραφώντας” κάποια από τα αποσπάσματα του κειμένου.

Τη μουσική της ταινίας υπογράφει ο Νίκος Ξυδάκης, επίσης φίλος του Παπαγιώργη. Ο συνθέτης είχε αναλάβει το δύσκολο έργο να γράψει μουσική πάνω στη μουσική και το ρυθμό του λόγου που διατρέχει την ταινία, καθώς ήταν στις προθέσεις της δημιουργού σε συνεργασία με τον Διονύση Ευθυμιόπουλο, που έκανε τη φωτογραφία, και τον Νίκο Πάστρα, που έκανε το μοντάζ, ο λόγος και οι εικόνες να έχουν μια μουσική αλληλουχία.

Η Αλεξανδράκη καταλήγει για το σημάδι που άφησε ο Κωστής Παπαγιώργης στην ίδια, στους φίλους και στο ίδιο το ντοκιμαντέρ: «Ο Κωστής είναι τόσο ζωντανός και τόσο συναρπαστικός ώστε, παρ’ όλη την απουσία του, δε μου επέτρεψε ποτέ να νιώσω θλίψη σκιαγραφώντας τον. Για μένα όλη η διαδικασία της δημιουργίας του ντοκιμαντέρ ήταν χαρά, απόλαυση, ανάταση. Ο Κωστής ζει. Και έζησε κοντά σε όλους μας, που συνεργαστήκαμε γι’ αυτή την ταινία».

Σκηνοθεσία: Ελένη Αλεξανδράκη (Mionetto Film Award για το «Σταγόνα στον Ωκεανό» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 1996, Best of Festival για το «Η Μαρία και οι φτερωτές νύχτες» στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας το 1985, Greek Competition Award για το «Ετριζά» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1981)

Σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη

Διάρκεια: 92 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=AKvH4iQvO_0