Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους (γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 12.4.2018)

Αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους…

γράφει η Ζωή Κακοτρίχη, 12.4.2018
μπλογκ στο «Ζω Φωκίδα!»: Σινεφίλ

Με ανεξέλεγκτους ρυθμούς βγαίνουν οι νέες ταινίες, προμηνύοντας ένα καλοκαίρι που σχεδόν κάθε σινεμά θα παίζει μια νέα ταινία! Αυτήν την εβδομάδα θα δούμε στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες μια ταινία υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, ένα βιογραφικό έπος, μια αστυνομική περιπέτεια με ηχηρό καστ, μια ιστορία αγάπης από αυτές που μοιάζουν να αντέχουν μόνο στο σινεμά, το μύθο του Δόκτορος Τζέκιλ και του Κύριου Χάιντ σε μια γυναικεία εκδοχή, μια περιπέτεια οικολογικού ενδιαφέροντος και το διάσημο «χάρτινο» ήρωα του Βέλγου κομίστα Αντρέ Φρανκέν.

Η Προσβολή (L’ Ιnsulte)
του Ζιάντ Ντουεϊρί

Σε μια γειτονιά της Βηρυτού, ένα συνεργείο του δήμου, διορθώνει κατασκευαστικά λάθη στους δρόμους. Κάτω από το μπαλκόνι του Τόνι και της εγκύου γυναίκας του Σιρίν, ο εργοδηγός Γιασέρ θα βραχεί από τα νερά του μπαλκονιού τους και δίχως την άδειά τους θα δοκιμάσει να διορθώσει την υδρορροή τους. Μόνο που στη διάρκεια αυτής της σύντομης διαδικασίας, οι δυο άντρες θα έρθουν σε αντιπαράθεση και μια προσβλητική κουβέντα του Γιασέρ προς τον Τόνι, θα γίνει η αρχή μιας αντιπαράθεσης που γρήγορα θα ξεφύγει από τον έλεγχό τους.

Η ουσία της βεβαίως βρίσκεται όχι στην ίδια την πράξη ή τα λόγια που ειπώθηκαν, μα στο γεγονός ότι ο Τόνι είναι χριστιανός Λιβανέζος κι ο Γιασέρ Παλαιστίνιος και στο πως ο πρώτος δεν κρύβει ιδιαίτερα την εχθρότητά του απέναντι στους Παλαιστινίους.

Ο Ζιάντ Ντουεϊρί, βασισμένος σε μια προσωπική του εμπειρία, έχει γυρίσει ένα φιλμ με μπόλικο διδακτισμό και με δίδαγμα εκκίνησης ότι η γλώσσα δεν πρέπει να προτρέχει της σκέψης. Και με αφορμή μερικές μόνο λέξεις, το φιλμ του Νταουεϊρί θα δοκιμάσει να μιλήσει για το εκρηκτικό φυλετικό και θρησκευτικό καζάνι που βράζει στην Λιβανέζικη κοινωνία αλλά κι ολόκληρη την μέση ανατολή.

Ο σκηνοθέτης (που υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη και χειριστής κάμερας στις ταινίες του Κουέντιν Ταραντίνο «Reservoir Dogs», «Pulp Fiction» και «Jackie Brown»), παρά το γεγονός ότι θίγει μια υπαρκτή διαμάχη με όλες τις παράπλευρες συνέπειες (εκμετάλλευση ενός ασήμαντου γεγονότος από τους δικηγόρους, τα media και τους πολιτικούς), έχει καταφέρει να κρατήσει απόσταση από τους εμπλεκόμενους, οι οποίοι εκφράζουν διαφορετικές πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις και έχει γυρίσει ένα σφιχτοδεμένο, καθηλωτικό και τελικά αισιόδοξο φιλμ, με τη βοήθεια της εξαιρετικής ερμηνείας των δύο βασικών πρωταγωνιστών.

Σκηνοθεσία: Ζιάντ Ντουεϊρί (François Chalais Award για το «West Beirut» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 1998)

Σενάριο: Ζιάντ Ντουεϊρί, Ζοέλ Τουμά

Πρωταγωνιστούν: Αντέλ Καράμ, Καμέλ Ελ Μπάσα (Κύπελλο Βόλπι Καλύτερου ηθοποιού για το «Η Προσβολή» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2017), Καμίλ Σαλαμέχ, Ντιαμάντ Μπου Αμπούντ, Ρίτα Χάγιεκ

Διάρκεια: 112 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=-csKQ12UvMQ

Η Υπόσχεση της Αυγής (La Promesse de l’ Aube)
του Ερίκ Μπαρμπιέ

Το διάσημο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Ρομέν Γκαρί, ένα αριστούργημα της γαλλικής λογοτεχνίας που έγινε best seller, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη σε μία εντυπωσιακή υπερπαραγωγή, μία συναρπαστική και συγκινητική βιογραφία στην καρδιά της Ιστορίας.

Ο Ερίκ Μπαρμπιέ σκηνοθετεί την ταραχώδη ζωή ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Γαλλίας με επίκεντρο την τρικυμιώδη σχέση με την πληθωρική, συντριπτική, παθιασμένη γυναίκα της ζωής του, τη μητέρα του. Η ταινία ταξιδεύει το κοινό σε ένα φιλόδοξο, επικό και θεαματικό σινεμά, όλο και πιο σπάνιο στις μέρες μας, που παρά τα απίστευτα γεγονότα, είναι βασισμένο σε μια άκρως αληθινή ιστορία. Γυρισμένη σε 5 χώρες μέσα σε 14 εβδομάδες, η ταινία μας ξεναγεί από την Πολωνία του ’20 μέχρι το Μεξικό του ’50, διασχίζοντας την αφρικανική έρημο με ενδιάμεσες στάσεις τη Νίκαια, το Παρίσι πριν τον πόλεμο και το υπό βομβαρδισμό Λονδίνο.

Από τη δύσκολη παιδική του ηλικία στην Πολωνία μέχρι την εφηβεία του στην ηλιόλουστη Νίκαια και τα κατορθώματα του ως πιλότος πολεμικής αεροπορίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ρομέν Γκαρί έζησε μια απίστευτη ζωή. Αυτή την αφοσίωση να ζήσει εκατό ζωές, να γίνει ο μεγάλος άντρας και ο διάσημος συγγραφέας τη χρωστούσε στη μητέρα του, Νινά. Χάρη στη συντριπτική αγάπη αυτής της αξιολάτρευτης, εκκεντρικής γυναίκας που θα τον έκανε έναν από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους του 20ου αιώνα, αυτός ο άντρας έκανε μία ζωή γεμάτη περιπέτεια, πάθος και μυστήριο.

Σαν παιδί, στο Βίλνο της ρωσοκρατούμενης Πολωνίας του 1920, ο Ρομέν Κατσέφ έμαθε βιολί, μυήθηκε στη ζωγραφική και καλλιέργησε την ικανότητά του στο γράψιμο. Σαν ενήλικας, μετά την εγκατάστασή του στη Νίκαια, υπήρξε πιλότος βομβαρδιστικού της γαλλικής πολεμικής αεροπορίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο, γενικός πρόξενος της χώρας στο Λος Άντζελες, σύζυγος της δημοσιογράφου Λέσλι Μπλανς και της ηθοποιού Τζιν Σίμπεργκ διαδοχικά, και ένας από τους ονομαστούς Γάλλους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Λογοτέχνης βραβευμένος όχι μόνο ως Ρομέν Γκαρί, αλλά και ως Εμίλ Αζάρ για αρκετά μυθιστορήματα που υπέγραψε με ψευδώνυμο, όπως ο ίδιος αποκάλυψε στο σημείωμα της αυτοκτονίας του το 1980, σε ηλικία 66 χρονών.

Στάθηκε αντάξιος των προσδοκιών της δυνάστριας μητέρας του, της Ρωσοεβραίας Νινά, πρώην ηθοποιού και μετέπειτα καπελοποιού που αφιέρωσε τη ζωή της όλη στη σωστή ανατροφή του Ρομέν. «Θέλω να γίνεις διάσημος όσο ζεις» του έλεγε, και τον φανταζόταν διπλωμάτη, συγγραφέα, μέχρι και εθνικό ήρωα. Ο Ρομέν τα έκανε όλα αυτά. Όμως, η Νινά και πάλι δεν έμοιαζε ικανοποιημένη, έτοιμη πάντα να του υποδείξει τον επόμενο άθλο, ακόμα κι αν αυτός ήταν να σχεδιάσει τη δολοφονία του Χίτλερ.

Ο Ερίκ Μπαρμπιέ, γνωστός σε μας από το αστυνομικό θρίλερ «Το Φίδι», επιχειρεί να μελετήσει τούτη ακριβώς τη σχέση εξάρτησης μεταξύ μητέρας και γιού, που ήταν και ο θεματικός πυρήνας του ομότιτλου αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος του Γκαρί, εκδομένου το 1960 και διασκευασμένου για πρώτη φορά στην οθόνη μια δεκαετία μετά από τον Ζιλ Ντασέν (με τους Ασίφ Νταγιάν και Μελίνα Μερκούρη).

«Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, όσο και αν όλα αυτά που συμβαίνουν είναι απίστευτα. Δεν ήξερα για το σύνολο του έργου του Ρομέν Γκαρί, αλλά είχα διαβάσει τα πιο σημαντικά βιβλία του. Στα μάτια μου, ο Γκαρί ήταν πάνω από όλα μια αινιγματική προσωπικότητα. Πρέσβης, κινηματογραφιστής, μυθιστοριογράφος. Είναι Πολωνός, Ρώσος, Γάλλος, Εβραίος. Το βιβλίο αυτό που διάβασα για πρώτη φορά στο λύκειο, είναι ένα μεγάλο βιβλίο που διαφωτίζει αυτή την άπιαστη προσωπικότητα. Το εγχείρημα είχε μεγάλο ενδιαφέρον για μένα και βούτηξα στη δουλειά» αναφέρει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος.

Σκηνοθεσία: Ερίκ Μπαρμπιέ

Σενάριο: Ερίκ Μπαρμπιέ, Μαρί Εϊνάρ

Πρωταγωνιστούν: Πιερ Νινέ (Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου για το «Yves Saint Laurent» το 2015), Σαρλότ Γκενσμπούργκ (Βραβείο Καλύτερης ηθοποιού για το «Αντίχριστος» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2009, Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Β’ γυναικείου ρόλου για το «Season’s Beatings» το 2000, Βραβείο Σεζάρ Πλέον υποσχόμενης Γαλλίδας ηθοποιού για το «An Impudent Girl» το 1986), Ντιντιέ Μπουρντόν (Βραβείο Σεζάρ Καλύτερης πρώτης ταινίας για το «The Three Brothers» το 1996), Κάθριν ΜακΚόρμακ

Διάρκεια: 131 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=TdtemhBJCeU

Συνωμοσία (Unlocked)
του Μάικλ Άπτεντ

Η Άλις πρώην ανακρίτρια της CIA τώρα ζει μια φυσιολογική ζωή στο Λονδίνο. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν απέτυχε να ανακρίνει έναν κρατούμενο με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να χάσουν την ζωή τους. Όταν η CIA συλλαμβάνει κάποιον που έχει άμεσες πληροφορίες για επικείμενο τρομοκρατικό χτύπημα, η Άλις καλείται πάλι να τον ανακρίνει. Ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα στο δρόμο για την Υπηρεσία θα την κάνει να καταλάβει ότι της την έχουν στημένη και τώρα θα πρέπει με κίνδυνο τη ζωή της να βρει τους συνωμότες και να αποτρέψει μια φονική βιολογική επίθεση στην πόλη.

Το θέμα ακούγεται και είναι κλισέ, το έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν, ωστόσο αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα, καθότι δεν καταφέρνει να εστιάσει πάνω απ’ όλα σε χαρακτήρες και καταστάσεις. Ο σκηνοθέτης δεν καταφέρνει να κάνει καλή δουλειά στο χτίσιμο της έντασης αλλά και στις σκηνές δράσης, με μια εντελώς αμήχανη προσέγγιση και κυρίως στο γεγονός ότι η παρουσία των ηθοποιών είναι τέτοια που δεν θα θέλουν ούτε οι ίδιοι να θυμούνται.

Ο Άπτεντ, στα 74 χρόνια του, επιστρέφει στις περιπέτειες, στις οποίες παραμένει «άνισος» αν θυμηθούμε πως έχει σκηνοθετήσει Τζέιμς Μποντ  («Ο κόσμος δεν είναι αρκετός») μέχρι το κακό «Αρκετά» με την Τζένιφερ Λόπεζ.

Ενώ σίγουρα θα μπορούσε να είναι μια ταινία που απλά περνάει η ώρα, έχει τρανταχτά λάθη σε πολλά επίπεδα, κενά σημεία και απλά λείπουν αρκετά τα οποία θα μπορούσαν να την κάνουν αυτό που θα ήθελε να είναι, μια ταινία που θα περάσεις χαλαρά την ώρα σου.

Σκηνοθεσία: Μάικλ Άπτεντ (Prize of the Ecumenical Jury για το «Moving the Mountain» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 1995, Βραβείο Γκράμι Καλύτερου μουσικού βίντεο μεγάλου μήκους για το «Bring on the Night» το 1987)

Σενάριο: Πίτερ Ο’ Μπράιεν

Πρωταγωνιστούν: Νούμι Ραπάς, Ορλάντο Μπλουμ, Τόνι Κολέτ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε μουσική ή κωμική σειρά και Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε κωμική σειρά για το «United States of Tara» το 2010), Τζον Μάλκοβιτς (Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Ο Θάνατος του Εμποράκου» το 1986), Μάικλ Ντάγκλας (Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου και Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε δραματική ταινία για το «Wall Street» το 1988, Όσκαρ Καλύτερης ταινίας για το «Στη Φωλιά του Κούκου» το 1976, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία και Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερου Α’ ανδρικού ρόλου σε μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Behind the Candelabra» το 2014, Χρυσή Σφαίρα Σέσιλ Μπ. Ντε Μιλ το 2004, Τιμητικό Σεζάρ το 2016 και το 2001)

Διάρκεια: 98 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=dmyCzJ31Aso

Ο Ήλιος του Μεσονυχτίου (Midnight Sun)
του Σκοτ Σπιρ

Η 17χρονη Κέιτι Πράις έχει ζήσει μια ιδιαίτερη, απομονωμένη ζωή εξαιτίας μιας σπάνιας ασθένειας που καθιστά θανάσιμη για εκείνη και την παραμικρή ηλιαχτίδα. Κατά τη διάρκεια της μέρας παραμένει στο σπίτι, πίσω από τα ειδικά τζάμια που την προστατεύουν, με συντροφιά μόνο τον πατέρα της και τη μοναδική της φίλη, λαχταρώντας να πάρει μέρος στην κανονική ζωή που όλοι μας έχουμε δεδομένη.

Τα βράδια όμως ο κόσμος της αλλάζει. Μπορώντας πλέον να κυκλοφορεί άφοβα, η Κέιτι περνά την ώρα της στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου παίζει κιθάρα για τους περαστικούς. Μια νύχτα, η μοίρα την ενώνει με τον Τσάρλι, ένα αγόρι που παρατηρούσε από μακριά για χρόνια αλλά ποτέ δεν είχε καταφέρει να γνωρίσει. Η Κέιτι αποφασίζει να μην του μιλήσει για την πάθησή της, ενώ οι δυο τους ερωτεύονται βαθιά κατά τη διάρκεια ενός ιδανικού καλοκαιριού. Η αγάπη θα τους αλλάξει για πάντα – μπορεί όμως το όνειρο να κρατήσει;

«Ο Ήλιος του Μεσονυχτίου» γεννήθηκε χάρη στον παραγωγό Τζον Ρίκαρντ και την ομάδα του, οι οποίοι αποφάσισαν να δουλέψουν την αμερικανική εκδοχή της ιαπωνικής ταινίας «Song of the Sun» σε σκηνοθεσία Νοριχίρο Κοϊζούμι. Μετά την ολοκλήρωση του σεναρίου, ο Ρίκαρντ απευθύνθηκε στον Σκοτ Σπιρ για να αναλάβει τη σκηνοθεσία. «Αγαπώ τα παραμύθια», λέει ο σκηνοθέτης. «Όταν διάβασα το σενάριο, αισθάνθηκα ότι ταξίδεψα σε μια ρεαλιστική εκδοχή της Σταχτοπούτας αφού η Κέιτι είναι εγκλωβισμένη στο ίδιο της το σπίτι και λαχταρά να βγει στον έξω κόσμο».

Η αγάπη γεννιέται και στις πιο αντίξοες συνθήκες, όπως μας θυμίζει το φιλμ. Πρόκειται για μια τρυφερή, συγκινητική ιστορία για τον πλέον αξέχαστο έρωτα στις ζωές όλων μας και για τη δύναμη της θέλησης και της αγάπης.

Σκηνοθεσία: Σκοτ Σπίρ

Σενάριο: Ερικ Κίρστεν

Πρωταγωνιστούν: Μπέλα Θορν, Πάτρικ Σβαρτζενέγκερ, Κουίν Σέπαρντ, Κεν Τρέμπλετ, Ρομπ Ριγκλ

Διάρκεια: 91 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=7gC9HPKKVNI

Κυρία Χάιντ (Madame Hyde)
του Σερζ Μποζόν

Μια εκκεντρική καθηγήτρια που προκαλεί αντιπάθεια στους περισσότερους συναδέλφους και μαθητές της, δέχεται χτύπημα από κεραυνό και ξυπνά ζαλισμένη και αλλαγμένη. Από τότε, ξεκινά μέσα της μια μάχη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές προσωπικότητες, με την ίδια να προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα αυτή κατάσταση.

Οι προβοκατόρικοι ρόλοι είναι ψωμοτύρι για την ανυπέρβλητη Ιζαμπέλ Ιπέρ, η οποία κέρδισε βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο παίζοντας αυτές τις δύο αντικρουόμενες προσωπικότητες, σε αυτήν την εκμοντερνισμένη και άκρως χιουμοριστική εκδοχή του κλασικού «Δόκτορ Τζέκιλ και Κύριος Χάιντ».

Το βραβείο που κέρδισε η Ιπέρ στο Λοκάρνο για το συγκεκριμένο ρόλο ή της δόθηκε χάριν κύρους ή επειδή πρέπει να ήταν πραγματικά ανυπόφορες οι υπόλοιπες υποψήφιες. Δεν έχει, όμως, να κάνει αυτό με την ερμηνεία της. Για μια ακόμα φορά αποδεικνύει το εκτόπισμά της υποδυόμενη το σχιζοφρενή ρόλο που της δίνεται και μάλιστα ίσως να είναι και η μοναδική αιτία για να παρακολουθήσει κανείς το συγκεκριμένο φιλμ. Αλλά από την άλλη, όταν της δίνεται ένα τόσο κακογραμμένο σενάριο, το οποίο δεν αναδεικνύει σε καμία περίπτωση το ερμηνευτικό της ταλέντο, μας κάνει να αναρωτιόμαστε.

Και το κακογραμμένο στο σενάριο ισχύει, δυστυχώς για ολόκληρη τη δήθεν «κωμωδία». Προσπαθεί να φανεί αστεία και να προκαλέσει με έναν τρόπο ο οποίος μόνο αμηχανία μπορεί να φέρει στο θεατή. Υπάρχουν σποραδικές ιδέες που φαίνεται πως αν είχαν δουλευτεί κατιτίς παραπάνω θα είχαμε μια συμπαθητική μαύρη κωμωδία.

Η προχειρότητα δεν παραμένει αποκλειστικά στο σενάριο, αλλά και στη σκηνοθεσία. Επίπεδη, χωρίς διάθεση τόλμης, η κάμερα απλά βρίσκεται εκεί για να καταγράφει τα γεγονότα, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα οπτικά ανιαρό. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί και χαρακτήρες δεν έχουν δουλευτεί καθόλου, καθώς όλο το βάρος έχει δοθεί στην πρωταγωνίστρια και μόνο. Στα παραπάνω προσθέτουμε ένα φινάλε γεμάτο διδακτισμό και μπορούμε δικαιωματικά να μιλάμε για μια ταινία που δε γλιτώνει την καταβαράθρωση.

Θα πρέπει να δούμε αυτή την ταινία σα μία προσπάθεια κριτικής πρώτα στο εκπαιδευτικό σύστημα και μετά σε όλη την κοινωνία, αφού βάζει βόμβα στο μηχανισμό της ιδεολογικής αναπαραγωγής της. Όμως τα όπλα της δεν είναι τόσο δυνατά ώστε να σπάσουν τις ρίζες αυτού που δημιουργεί την αποσάθρωση. Αμφισβητεί αλλά δεν έχει μία πρόταση να αντιπαραβάλλει, ο λόγος της είναι κριτικός και όχι δομικός.

Αν δεν έπαιζε η Ιπέρ, θα ήταν άλλη μια από αυτές τις δευτερότριτες ταινίες που βλέπουμε μέσα στη χρονιά και μετά ξεχνάμε πως υπήρξαν.

Σκηνοθεσία: Σερζ Μποζόν (SACD Prize (Directors’ Fortnight) για το «Tip Top» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2013)

Σενάριο: Σερζ Μποζόν

Πρωταγωνιστούν: Ιζαμπέλ Ιπέρ (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου σε δραματική ταινία & Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου για το «Εκείνη» το 2017, Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA Πλέον υποσχόμενου πρωτοεμφανιζόμενου σε Α’ ρόλους ηθοποιού για το «The Lacemaker» το 1978, Ασημένια Άρκτος για το «8 Γυναίκες» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου το 2002, Kering Women in Motion Award στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2017, Βραβείο Φεστιβάλ των Καννών Καλύτερης ηθοποιού για το «Η δασκάλα του πιάνου» το 2001 & για το «Violette Nozière» το 1978, Βραβείο Σεζάρ Καλύτερου Α’ γυναικείου ρόλου για το «Η τελετή» το 1996, Special Lion for the Overall Work το 2005, Κύπελλο Βόλπι Καλύτερης ηθοποιού & Pasinetti Award για το «Η τελετή» το 1995 και , Κύπελλο Βόλπι Καλύτερης ηθοποιού για το «Γυναικεία Υπόθεση» το 1988 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας), Ρομέν Ντουρίς, Χοσέ Γκαρσία

Διάρκεια: 95 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=0X9JSmTnx44

Rampage: Το Απόλυτο Χάος (Rampage)
του Μπραντ Πέιτον

Ο επιστήμονας πρωτοζωολόγος Ντέιβις Οκόγιε, ένας άνδρας που κρατάει τον κόσμο σε απόσταση, μοιράζεται έναν ακλόνητο δεσμό με τον Τζορτζ, έναν εντυπωσιακά έξυπνο γορίλα τον οποίο φροντίζει από τη γέννησή του. Αλλά ένα παράνομο γενετικό πείραμα που πήγε στραβά μεταμορφώνει τον πράο γορίλα σε ένα οργισμένο τέρας.

Τα πράγματα θα χειροτερέψουν, όταν σύντομα αποκαλύπτεται πως υπάρχουν και άλλα ζώα – κυνηγοί που έχουν τροποποιηθεί με παρόμοιο τρόπο. Καθώς τα προσφάτως δημιουργημένα τέρατα διασχίζουν την Βόρεια Αμερική καταστρέφοντας τα πάντα στο διάβα τους, ο Οκόγιε συμμαχεί με έναν αναξιόπιστο γενετικό μηχανικό για να φτιάξουν ένα αντίδοτο, μέσα σε ένα πεδίο μάχης που συνεχώς χειροτερεύει, όχι μόνο για να αποτρέψει μια παγκόσμια καταστροφή, αλλά και για να σώσει το τρομακτικό τέρας που ήταν κάποτε φίλος του.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις πολλά για το Rampage, το video game που κυκλοφόρησε και γνώρισε επιτυχία στα αμέτρητα arcades στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πέρα του ότι απλά εσύ ως παίκτης χειριζόσουν ένα από τα τρία τεράστια μεταλλαγμένα τέρατα, έναν γορίλα, έναν δεινόσαυρο κι έναν λύκο, τα οποία κατέστρεφαν διάφορες πόλεις στο πέρασμά τους. Απλό, πλην διασκεδαστικό.

Αυτή ακριβώς είναι και η κεντρική η ιδέα της κινηματογραφικής μεταφοράς του παιχνιδιού. Μια ταινία καταστροφής γεμάτη πραγματικά απίστευτες σκηνές δράσης, πομπώδεις ερμηνείες, με την υπερβολή να ξεχειλίζει από παντού και την αληθοφάνεια και το σενάριο να έχουν πεταχτεί προ πολλού από το παράθυρο.

Η υπερβολή είναι προφανής, αφού στην ταινία πρωταγωνιστούν και τα τρία τέρατα μαζί, αντικαθιστώντας το δεινόσαυρο με έναν αλιγάτορα και το λύκο με έναν ιπτάμενο λύκο. Το χάος δεν αργεί να έρθει καθώς τα τέρατα αρχίζουν να καταστρέφουν τα πάντα στο διάβα τους, από στρατιωτικές εγκαταστάσεις μέχρι και ολόκληρες πόλεις, με τους ουρανοξύστες του Σικάγο να πέφτουν σαν τραπουλόχαρτα. Και μπορεί τα εφέ να καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν με τις καταστροφές να διαδέχονται η μια την άλλη, αλλά χάνουν γρήγορα τη λάμψη τους όταν όλα αρχίζουν να μοιάζουν επαναλαμβανόμενα.

Λογικό, μέσα σε αυτή την υπερφόρτωση σκόνης και αμέτρητων μπάζων, να υπάρχουν και δόσεις camp, αλλά και κάποιες, ίσως και άθελα, αστείες στιγμές. Όπως υπάρχουν φυσικά και οι στιγμές που η ταινία κλείνει το μάτι στους φαν του παιχνιδιού, ρίχνοντας εδώ κι εκεί διάφορα easter eggs όπως ένα arcade cabinet του παιχνιδιού στο γραφείο των κακών της υπόθεσης, τα ονόματα των τεράτων αλλά και μερικές σκηνές που θυμίζουν λίγο κάτι από τις πίστες των 80s.

Το «Rampage» καταλήγει όπως ακριβώς και ο τίτλος του. Ένα απόλυτο χάος, κομμένο και ραμμένο για το κοινό στο οποίο απευθύνεται και για λίγες ώρες ένοχης απόλαυσης.

Σκηνοθεσία: Μπραντ Πέιτον

Σενάριο: Ράιαν Ενγκλ, Κάρλτον Κιούζ (Βραβείο Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης Καλύτερης δραματικής σειράς για το «Lost» το 2005), Ράιαν Τζ. Κόνταλ, Ανταμ Ζτίκιελ

Πρωταγωνιστούν: Ντουέιν Τζόνσον, Ναόμι Χάρις, Μαλίν Άκερμαν, Τζέικ Λέισι, Τζο Μανγκανιέλο, Τζέφρι Ντιν Μόργκαν

Διάρκεια: 107 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=nxhs6MlY-E0

Γκαστόν, ο Γκαφατζής (Gaston Lagaffe)
του Πιέρ-Φρανσουά Μαρτέν-Λαβάλ

Η νέα ταινία του ανερχόμενου παραγωγού του «Θεέ μου, τι σου κάναμε;» φέρνει στις οθόνες μας έναν ήρωα που έχει μεγαλώσει γενιές Ευρωπαίων με τις εφευρέσεις του αλλά και τις ξεκαρδιστικές γκάφες του.

Ο κύριος Πρινέλ δεν περίμενε ποτέ αυτή την έκπληξη. Γυρνώντας στο γραφείο από τις διακοπές του, βρίσκει εκεί τον νέο ασκούμενο, τον Γκαστόν, που σε δύο μόλις βδομάδες θα καταφέρει να φέρει τα πάνω κάτω στην πολλά υποσχόμενη Start Up που διευθύνει, αναστατώνοντας τους πάντες με την πολύ διαφορετική του προσέγγιση για την «ζωή στο γραφείο».

Ο Γκαστόν, έχοντας φέρει για παρέα το γλάρο – κατοικίδιο του, την ιδιότροπη και ευέξαπτη γάτα του αλλά και το χρυσόψαρό του, έχει κάνει το νέο του γραφείο σαν σπίτι του, τόσο που συνέχεια θέλει να παίρνει έναν υπνάκο, τόσο που ο προϊστάμενός του, Πρινέλ, γίνεται συνέχεια έξαλλος με το πόσο τεμπέλης και γκαφατζής είναι.

Ο (αντι)ήρωάς μας όμως, παρόλη τη βαρεμάρα του, είναι γεμάτος ενέργεια όταν είναι να κάνει κάποια εντελώς άχρηστη εφεύρεση ή να βρει έναν νέο τρόπο να φροντίσει τα κατοικίδιά του. Είναι στην πραγματικότητα ένα παιδί στον ενήλικο κόσμο, με ιδιαίτερες απόψεις για την οικολογία, την τεχνολογία, την εργασία και την ίδια τη ζωή. Ό,τι κάνει, το κάνει με καλή καρδιά και πιστεύει ότι πάντα βοηθάει. Ακόμη και όταν τα κάνει μούσκεμα με ξεκαρδιστικό τρόπο.

Και όλα αυτά βασίζονται στο ιστορικό κόμικ «Γκαστόν, ο γκάφας». O Γκαστόν Λαγκάφ, όπως είναι το ονοματεπώνυμό του, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο γαλλικό περιοδικό «Le Journal de Spirou» στις 28 Φεβρουαρίου του 1957. Η αρχική ιδέα του δημιουργού του, Αντρέ Φρανκέν, ήταν για έναν χαρακτήρα τελείως αντι-ήρωα και, μάλιστα, απλά «περαστικό» από το κόμικ. Ο αντι-ήρωάς μας δεν είναι πολύ δυνατός, ούτε πολύ εμφανίσιμος, είναι ιδιαίτερα γκαφατζής και φαντάζει παντελώς ανίκανος για οποιαδήποτε δουλειά.

Οι πρώτες εμφανίσεις του Γκαστόν, μέσα στις σελίδες του «Le Journal de Spirou», περιορίζονταν σε μερικές διάσπαρτες αναφορές, όμως αργότερα, ο άσχετος τύπος που εμφανίστηκε από το πουθενά, με τον καιρό έγινε αγαπητός σε όλους και γρήγορα κέρδισε τη δική του σειρά στο κόμικ.

Από χρόνο σε χρόνο, ο χαρακτήρας του ωριμάζει, και εκτός από τον γκαφατζή, τεμπέλη και υπναρά τύπο που γνωρίσαμε στην αρχή, ξεδιπλώνεται και μια εφευρετική φύση, η αγάπη του για τα ζώα, οι ιδιαίτερα ευφάνταστες και όχι τόσο νόστιμες μαγειρικές του ικανότητες αλλά και η συμπάθεια που έχουν αναπτύξει όλοι οι συνάδερφοί του για εκείνον. Στην Ελλάδα ήρθε σε 6-7 τεύχη στα μέσα του ’90, σε μεγάλο μέγεθος, έγχρωμο από τις εκδόσεις ΑΛΘΑΓΙΑ.

Η ιδέα να μεταφερθούν οι περιπέτειες του «Γκαστόν του Γκαφατζή» στην μεγάλη οθόνη ήταν απλά ένα αρκετά προβλέψιμο βήμα. Μια ευκαιρία για όσους αγαπούν τον Γκαστόν να τον δουν ζωντανό στο σινεμά και για όσους δεν τον γνωρίζουν να τον μάθουν από την αρχή. Ο σκηνοθέτης Πιέρ – Φρανσουά Μαρτέν – Λαβάλ, ο οποίος είναι κι ένας από τους σεναριογράφους της ταινίας, προσπαθεί εναγωνίως να μείνει πιστός στο έργο και το πνεύμα των κόμικ του Φρανκέν, διατηρώντας άνευ όρων τη ψυχή και τον παιδικό ενθουσιασμό των χαρακτήρων.

Μόνο που, παρόλο τις καλές προθέσεις, όλα φαίνεται να πηγαίνουν στραβά από το πρώτο κιόλας λεπτό. Όλη η ταινία εξελίσσεται σε ένα είδος φαρσικής κωμωδίας, χωρίς καμία απολύτως ροή, με το σενάριο να μοιάζει να είναι γραμμένο στο πόδι, τα αστεία να ταιριάζουν σε IQ 5χρονου και με τις όποιες οικολογικές ανησυχίες του Γκαστόν να δείχνουν περισσότερο ανόητες παρά σεναριακά ευρηματικές.

Η ταινία μπορεί απευθύνεται αποκλειστικά σε πολύ μικρές ηλικίες (εξάλλου μπορείτε να τη δείτε και μεταγλωττισμένη στα ελληνικά) αλλά όσοι θυμούνται τον εαυτό τους να γελούν με τις περιπέτειες του Γκαστόν μάλλον θα την αποκηρύξουν (όπως έκανε εξάλλου και η κόρη του Φρανκέν) και θα προτιμήσουν να τρέξουν στις παλιές τους στοίβες από κόμικς για να απολαύσουν κάποιες από τις παλαιότερες, και σίγουρα αρκετά καλύτερες, περιπέτειες του Γκαστόν και των φίλων του.

Σκηνοθεσία: Πιέρ – Φρανσουά Μαρτέν – Λαβάλ

Σενάριο: Πιέρ – Φρανσουά Μαρτέν – Λαβάλ Ματίας Γκαβαρί

Πρωταγωνιστούν: Τεό Φερνάντεζ, Πιέρ – Φρανσουά Μαρτέν – Λαβάλ , Αρνό Ντικρέ, Ζερόμ Κομαντέρ, Άλισον Γουίλερ

Διάρκεια: 84 λεπτά

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=VQs0DpjIkig